Αναβιώνοντας το αμερικανικό όνειρο – Καθημερινή 10/02/08

Καμιά δυτική χώρα δεν διαιρείται τόσο βαθιά (κοινωνικά, ιδεολογικά) όσο η σημερινή Αμερική. Δεν είναι μόνο οι στερεότυπες αντιθέσεις: εξωφρενικός πλούτος και νησίδες εξαθλίωσης, δικαιώματα μειονοτήτων και ανυπαρξία εθνικού συστήματος υγείας, διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας και πανίσχυρη θρησκοληψία. Η Αμερική συστεγάζει τις καλύτερες ακαδημαϊκές ελίτ του κόσμου με μια απέραντη ενδοχώρα πολιτικού κρετινισμού. Η χώρα που γέννησε τον Τζέφερσον, τον Γούντροου Γουίλσον και τον Αντλαϊ Στίβενσον, παλεύει ακόμα με επίδικα ζητήματα όπως η θανατική ποινή, η απαγόρευση των αμβλώσεων, η ελευθερία οπλοκατοχής, η διδασκαλία του «ευφυούς σχεδιασμού».

Πώς μια χώρα, δεξαμενή παγκόσμιας καινοτομίας, αναμετράται διαρκώς με απόψεις τόσο παρωχημένες που η δυτική Ευρώπη τις έχει προ πολλού περιθωριοποιήσει;

Από αποικία η Αμερική πέρασε κατευθείαν στον δημοκρατικό καπιταλισμό. Δεν γνώρισε φεουδαρχική αριστοκρατία. Η εργατική της τάξη δεν προήλθε από γενιές δουλοπαροίκων. Αρδεύτηκε από τα εκατομμύρια μεταναστών που έφτασαν στο «πρώτο νέο έθνος» («the first new nation» – Seymour Martin Lipset) για να ζήσουν το αμερικανικό όνειρο στη χώρα των ευκαιριών. Ελλείψει ιστορικής «κληρονομικής» εργατικής τάξης, η Αμερική δεν γνώρισε τον σοσιαλισμό ως πολιτική ιδεολογία. Αντίθετα, ο καπιταλισμός αποτέλεσε συνώνυμο της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας, για να συμπληρωθεί μετά τη δεκαετία του ’20 και κυρίως του ’50 από τον αντικομμουνισμό. Καπιταλισμός και αντικομμουνισμός απέτρεπαν τις σοσιαλιστικές αποκλίσεις.

Ελλείψει σοσιαλισμού, η σύγχρονη Αμερική προσδιορίστηκε από τη σύγκρουση δύο βασικών ιδεολογιών, του συντηρητισμού και του φιλελευθερισμού, παλινδρομώντας μεταξύ των δύο. Αντίθετα από την Ευρώπη, όπου το αντίπαλο δέος του σοσιαλισμού οδήγησε στην μεταπολεμική παγίωση μιας ηπιότερης σύνθεσης μετριοπαθούς συντηρητισμού, πολιτικού φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας.

Βέβαια, η Αμερική γνώρισε τη δική της εκδοχή φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, κυρίως υπό τους Δημοκρατικούς. Ηταν η οικοδόμηση ρυθμιστικών θεσμών στις αρχές του εικοστού αιώνα από τους «προοδευτικούς», το New Deal του Ρούσβελτ που έβγαλε την οικονομία από την ύφεση του ’30, η ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων και τα κοινωνικά προγράμματα των Κένεντι και Τζόνσον το ’60. Ο φιλελευθερισμός των Δημοκρατικών αποτέλεσε πρόγραμμα δικαιωμάτων (των πολιτών και καταναλωτών) απέναντι στο κράτος και στις ανεξέλεγκτες μεγάλες επιχειρήσεις. Ετσι ο αμερικανικός φιλελευθερισμός διεύρυνε τους ορίζοντες του «αμερικανικού ονείρου», φτιάχνοντας μια κοινωνία οιονεί απεριόριστων ευκαιριών και κινητικότητας. Στη δεκαετία του ’70, ένας στους τέσσερις άντρες που προέρχονταν από το φτωχότερο 25% είχαν κατορθώσει να ανέλθουν στο πλουσιότερο 25% της κοινωνίας (Paul Krugman, «The Death of Horatio Alger», The Nation, 5.1.2004).

Λιγότεροι από ένας στους δέκα καταφέρνουν το ίδιο στη σημερινή Αμερική. Η κινητικότητα πάγωσε και το εισοδηματικό χάσμα διευρύνθηκε από τη δεκαετία του ’80, με κορύφωση την καταστροφική τελευταία οκταετία Μπους. Η περίοδος Κλίντον 1992-2000 αναχαίτισε την πτώση, διαχέοντας πλούτο στα ευρύτερα μεσαία στρώματα, χωρίς όμως να αντιστρέψει την τάση. Μετά την αναδιανεμητική παρένθεση των δεκαετιών ‘30-’70, η Αμερική παγιώνει μια κληρονομική ολιγαρχία πλούτου που συμπιέζει το αμερικανικό όνειρο.

Στον εκλογικό συνασπισμό των Ρεπουμπλικανών, τα πλουσιότερα στρώματα συμπληρώνονται από μεσαία και χαμηλότερα στρώματα συντηρητικών πεποιθήσεων, που έλκονται από την υπερσυντηρητική, θρησκόληπτη και υπερπατριωτική ρητορική. Συμπληρώνονται επίσης καίρια από ευρείες ανοδικές ομάδες που ενστερνίζονται τα ιδεολογήματα του ελάχιστου κράτους, της αντιφορολογίας, της ανάγκης στραγγαλισμού των κοινωνικών δαπανών (starve the beast!).

Δύο μετασχηματισμοί παρήγαγαν τον δυνάμει πλειοψηφικό ρεπουμπλικανικό συνασπισμό. Πρώτον, η μαζική οργάνωση της φονταμενταλιστικής χριστιανικής δεξιάς σε εθνική πολιτική δύναμη. Δεύτερον, οι βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές μεταβολές που επέφερε ο ρεϊγκανισμός από τη δεκαετία του ’80 κι έπειτα. Κηρύσσοντας πόλεμο στον φιλελευθερισμό και αναδεικνύοντας τον συνδυασμό οικονομικού laissez-faire και κοινωνικού συντηρητισμού σε ηγεμονική αμερικανική ιδεολογία. Καθιστώντας τον χαρακτηρισμό φιλελεύθερος (liberal) σχεδόν υβριστικό… Χαρισματικός Ομπάμα λοιπόν, ή έμπειρη Χίλαρι, στη χώρα των μεγάλων διαιρέσεων, θα επιχειρήσουν να ανακόψουν την επικράτηση του ρεπουμπλικανικού συνασπισμού. Για λογαριασμό του αμερικανικού φιλελευθερισμού – αλλά όχι και στο όνομά του.

*Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_10/02/2008_258852