Απαντήσεις σε έναν φοιτητή μου – Καθημερινή 15/12/2013

Έρχομαι συχνά αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις και ανησυχίες των φοιτητών μου. O δικός μας πρύτανης δεν κατέβασε τα ρολά και οι υπάλληλοι απέργησαν με αξιοπρέπεια αφήνοντας το Πανεπιστήμιο ανοιχτό, άρα είχαμε φοιτητές. Η πρώτη κατηγορία ερωτήσεων έρχεται από τελειόφοιτους, που προβληματίζονται για τα επόμενα βήματά τους: «και τώρα τι κάνουμε;».

Οτιδήποτε κι αν κάνεις, μη μείνεις αδρανής, είναι η πρώτη απάντησή μου. Οι συγκυρίες μεγάλης ανεργίας έχουν ένα μόνο καλό: δίνουν χρόνο για να επεκτείνει κανείς τη μόρφωση, τις δεξιότητες και την κατάρτισή του. Αυτό είναι χρήσιμο, όποια κι αν είναι η μετέπειτα εξέλιξη. Στην Ιρλανδία και την Ισπανία, που είχαν μια φούσκα στεγαστική και καταναλωτική μεγαλύτερη από τη δική μας, πλήθος νέων πέρασαν κατευθείαν από το σχολείο σε καλά αμειβόμενες δουλειές (οικοδομή, εμπόριο) χωρίς να αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Σήμερα θερίζονται από την ανεργία. Αλλά κι έξω από τις μεταπτυχιακές σπουδές, η δημιουργικότητα αναπτύσσεται σε θερμοκοιτίδες επιχειρηματικότητας και προσπάθειες καινοτομίας. Ή στον ευρύτατο κοινωνικό και εθελοντικό τομέα, όπου χιλιάδες άνθρωποι αποκτούν δεξιότητες μαζί με την ικανοποίηση της προσφοράς στον συνάνθρωπο.

«Να φύγω ή να μείνω»; Αυτό που θα ήταν ατομικά ωφέλιμο για ένα νέο που ψάχνει δουλειά δεν είναι απαραίτητα ωφέλιμο για τη χώρα. Αν η Ελλάδα αδειάσει από το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό της, τότε οι αναπτυξιακές προοπτικές διαγράφονται δυσμενείς. Oλο και λιγότεροι θα εργάζονται για όλο και περισσότερους συνταξιούχους, σε έναν συρρικνούμενο πληθυσμό. Η χώρα θα έχει χάσει τις ηλικίες των εικοσάρηδων και τριαντάρηδων. Κυρίως θα έχει χάσει αυτούς που εμπραγματώνουν ακριβώς την εργασιακή ηθική της ατομικής ευθύνης, του μόχθου και της στοχοθεσίας που τόσο χρειάζεται ο τόπος για να ανακάμψει. Πίσω θα έχουν μείνει οι κουρασμένοι, παραιτημένοι, μεμψίμοιροι κι αγριεμένοι.

Παρ’ όλα αυτά, η απάντηση που –υπό όρους– τείνω να δίνω στο ερώτημα είναι: «φύγε». Ορισμένες από τις καλύτερες ομάδες επαγγελματιών και τεχνοκρατών που διαθέτει η Ελλάδα, στα πανεπιστήμια, στην επιστήμη, στις επιχειρήσεις, παντού, ήρθαν κάποτε απέξω φέρνοντας μαζί τους πολύτιμη εμπειρία και τεχνογνωσία. Είμαστε κοινωνία χαμηλού επαγγελματισμού, με εργασιακά περιβάλλοντα όπου οι κανόνες εύκολα κάμπτονται και διεισδύουν τα προσωπικά, τα πελατειακά, η διαφθορά κι ο νεποτισμός. Όσοι προήλθαν από επιχειρήσεις και οργανισμούς της Δύσης συνήθως έμαθαν να κάνουν τη δουλειά καλύτερα, κι επιστρέφοντας έφεραν παραγωγική τεχνογνωσία και συνήθειες. Τέτοιος επαναπατρισμός ανθρώπινου κεφαλαίου ωφελεί τη χώρα. Επειδή η Ελλάδα είναι ελκυστικός τόπος για να ζει κανείς, σε σχέση με τις περισσότερες γκρίζες και βροχερές πόλεις της Εσπερίας, είναι βάσιμη η προσδοκία ότι πολλοί που φεύγουν σήμερα, κάποια στιγμή, όταν οι συνθήκες βελτιωθούν, θα επιστρέψουν. Αλλά κι όσοι μείνουν έξω, θα είναι χρήσιμοι, ενσωματώνοντας στα διεθνή τους δίκτυα συνεργάτες και φίλους που έμειναν στην Ελλάδα. Και πάντως αυτό σημαίνει μια ενιαία ευρωπαϊκή οικονομία: οι εργαζόμενοι μετακινούνται, ακολουθώντας την οικονομική συγκυρία.

Ο φοιτητής μου εδώ με περιμένει με πιο δύσκολη ερώτηση: η φυγή από την ευρω-περιφέρεια είναι απλώς μέρος μιας κυκλικής ύφεσης ή θα έχει πάγια χαρακτηριστικά; Είναι μια υψηλότατη ανεργία που θα περάσει ή το προανάκρουσμα μιας μόνιμα χαμένης γενιάς;

Δεν μπορείς εύκολα να κοντράρεις την παραδοχή που περικλείεται σε αυτό το ερώτημα. Αν η Ευρωζώνη συνεχίσει όπως είναι, αν κι εμείς ως χώρα δεν κάνουμε αυτά που πρέπει να γίνουν, τότε ναι, είναι μεγάλος ο κίνδυνος η Ελλάδα, ο Νότος, να παραμείνει για πάρα πολλά χρόνια με επίπεδα ανεργίας εφιαλτικά. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ανεξέλεγκτη δυναμική φαύλου κύκλου. Δεν είναι αυτή η μοίρα μας. Πρέπει να δημιουργούμε δουλειές στην Ελλάδα κι όχι να εξάγουμε ανέργους στη Γερμανία. Η χώρα χρειάζεται μια αναγέννηση εμπιστοσύνης και σταθερότητας ώστε να γίνει ελκυστική για επενδύσεις, διεθνείς και εγχώριες. Είναι πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να συντρέξουν μαζί. Δεν είναι μόνο οι αυτονόητες μεταρρυθμίσεις, οικονομική εξυγίανση, πολιτική σταθερότητα, ή η μεγάλη ώθηση που οφείλει να δώσει η Ευρώπη. Είναι κι οι λιγότερο ορατές, αλλά γι’ αυτό και πιο επίμονες αντιστάσεις από τα κάτω, στάσεις και νοοτροπίες που πρέπει να παραμεριστούν.

Η δουλειά της ανοικοδόμησης χρειάζεται μακρό ορίζοντα, σχέδιο, επιμονή και υπομονή, κι όχι εύκολη διαμαρτυρία και μαξιμαλισμό. Χρειάζεται συνεργασία, πνεύμα συμβιβασμού κι επίλυσης προβλημάτων, ή λογική μεταρρυθμιστικής σύγκρουσης με συγκεκριμένες παθογένειες. Όμως στην κοινωνία ασκεί ακόμα την ιδιότυπη επιρροή της η κουλτούρα της επαναστατικής καταγγελτικότητας και της θεσμικής απαξίωσης. Είναι διάχυτη μια διαρκής ερωτοτροπία με τον εξιδανικευμένο ρομαντισμό της ριζικής ανατροπής. Αυτό δεν βοηθά ούτε την οικονομία ούτε την κοινωνία να ορθοποδήσει.

Βοηθά όμως να καταλάβουμε πώς, την ώρα που φοιτητές κι οι οικογένειές τους έβλεπαν απελπισμένοι το εξάμηνο να καίγεται, ο πρύτανης του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας επέλεγε να λάμψει στη σκηνή παρισινού θεάτρου φορώντας ένα αυτοκρατορικό και συνάμα επαναστατικό κόκκινο σεντόνι.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_15/12/2013_543163