Ασκήσεις αισιοδοξίας – Καθημερινή 26/12/2010

Ο φίλος με έθεσε με αυστηρότητα ενώπιον των ευθυνών μου: «Η κοινωνία είναι σε κατάθλιψη, κι εσείς που γράφετε δεν κάνετε τίποτα για να βοηθήσετε την κατάσταση, να εμφυσήσετε λίγη αισιοδοξία». «Πιστεύω ότι πρέπει να γράφω με ειλικρίνεια αυτά που πιστεύω», του αντέτεινα. «Κι αυτή την εποχή, η εικόνα της πραγματικότητας μου βγαίνει σε αποχρώσεις του γκρι, του σκούρου και του μαύρου». Ομως ο φίλος είχε δίκιο. Χρειάζεται μια άσκηση αισιοδοξίας. Δίπλα στην κατήφεια των προφανών παρατηρήσεων, μια -αναγκαστική έστω- επιστράτευση οπτιμισμού. Κάπως έτσι θα πήγαινε η πάλη απαισιοδοξίας κι ελπίδας.

Είμαστε στην αρχή -ή έστω στη μέση- μιας μεγάλης ανηφόρας. Η Ελλάδα έχει αποδειχθεί καλή στα σπριντ της τελευταίας στιγμής αλλά όχι και στους δρόμους μακρινών αποστάσεων, που απαιτούν οργάνωση, θέληση και συνέπεια. Στο τέλος του 2011 θα έχουμε κλείσει τρία συνεχόμενα έτη ύφεσης. Μαζί με το απαραίτητο λίπος έχει καεί και πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο. Οι άνθρωποι στην ανεργία δεν είναι αριθμοί, έχουν ονόματα και ζωές, συχνά και ζωές άλλων να κρέμονται πάνω τους. Η παγίδα της μακροχρόνιας ανεργίας, η απαξίωση των δεξιοτήτων, η αίσθηση της ακύρωσης, η καταβύθιση στο ψυχολογικό αδιέξοδο, δημιουργούν συνθήκες μιας χαμένης γενιάς.

Ομως: φτάσαμε ώς εδώ με ένα αδιέξοδο μοντέλο του παρελθόντος. Φούσκωμα του προστατευόμενου, εσωστρεφούς τομέα με φτηνό δανεισμό, διόγκωση της κατανάλωσης, υπερχρέωση του Δημοσίου. Πάνω από μία δεκαετία η οικονομία έτρεχε με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα είχαμε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων. Αιτίες; Το σύστημα εκπαίδευσης, η παρωχημένη δομή των επιχειρήσεων, το κράτος-βαρίδι, και τα τείχη στην απασχόληση, που φτιάχτηκαν για να προστατεύουν τους μέσα εις βάρος των απέξω. Το κράτος δεν μπορεί πια να παίζει τον ρόλο εργοδότη τελευταίας προσφυγής. Μέσα από την καταστροφή επιχειρήσεων σε κλάδους χωρίς μέλλον, θα γεννηθούν νέες σε δυναμικούς τομείς εξωστρεφούς ανάπτυξης. Οσο ταχύτερα προχωρήσει η μεταρρύθμιση κράτους και οικονομίας, τόσο γρηγορότερη η επάνοδος σε μια διατηρήσιμη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, που δημιουργεί την απασχόληση. Οι κοινωνίες αλληλεγγύης βγαίνουν από τέτοιες κρίσεις μειώνοντας αποδοχές για να σώσουν θέσεις εργασίας. Οι πραγματικοί μισθοί ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία αυξήθηκαν περίπου 45%, έναντι 8% αύξησης στην Ε. Ε. Οι ΔΕΚΟ είχαν τη μερίδα του λέοντος. Δεν υπάρχουν λοιπόν εύκολες λύσεις στη χειρότερη ύφεση των τελευταίων 50 ετών, υπάρχουν μόνο οδυνηρές προσαρμογές βάθους, για να διεκδικήσουμε την προοπτική της ανάκαμψης. Τουλάχιστον, μέσα από το σοκ της φοβερής κρίσης, κερδίζουμε το πλεονέκτημα της αυτογνωσίας και την αρχή διόρθωσης των κοινών.

Ισως να αφήνουμε πίσω μας και το εθνικό σπορ της διαρκούς αναβολής των δυσάρεστων: στο παρελθόν πέφταμε πάνω στο πρόβλημα, συμφωνούσαμε στις δυσκολίες και στο οδυνηρό κόστος επίλυσης, και το παρακάμπταμε αποφασιστικά χώνοντάς το στο συρτάρι. Στην πορεία βέβαια το πρόβλημα επέστρεφε πολλαπλάσιο, προσκρούοντας στον στρουθοκαμηλισμό μας, υποχρεώνοντας σε επείγουσες παρεμβάσεις, που ο Πλάτων Τήνιος ονόμασε «στρουθοπαρεμβατισμό». Εστω κι έτσι, έστω και με παραλείψεις, είδαμε επιτέλους υπουργούς να παλεύουν με τα δύσκολα και να τσαλακώνονται στο καναβάτσο του ασφαλιστικού, αντί να το στρίβουν από τα προβλήματα με ανέξοδες ωραιολογίες και αρειμάνιες χειραψίες.

Να όμως πάλι η φωνή του απαισιόδοξου πραγματισμού: Είμαστε στην αρχή, και το πολιτικο-συνδικαλιστικό μας κατεστημένο αντιδρά με υστερικό λαϊκισμό, συντεχνιακές συγκρούσεις και μικροπολιτικούς καβγάδες, την ώρα που η οικονομία μας παλεύει να κρατήσει το κεφάλι της έξω από το νερό. Πολιτικοί που στο πέρασμά τους από την εξουσία διαχειρίστηκαν τα κοινά με την ανευθυνότητα που μας έφερε σε αυτή την κατάντια, περιφέρονται σαν να μη συνέβη τίποτα, ξιφουλκώντας μάλιστα ως τιμητές. Αρνούνται να αποχωρήσουν, να πάνε σπίτι τους, να φροντίσουν τον κήπο τους, ή έστω να επιχειρήσουν μια έντιμη καθαρτική δημόσια αυτοκριτική. Μέγα μέρος του ξοφλημένου πολιτικού μας προσωπικού προφανώς δεν μπορεί να διανοηθεί την πολιτική ζωή του τόπου χωρίς την αναπόσπαστη παρουσία του.

Κι όμως, αντιτάσσει η φωνή της αισιοδοξίας: το κράτος σοβαρεύεται, πασχίζει να οργανωθεί, μαθαίνει να λογοδοτεί, να δίνει αριθμούς και στοιχεία. Μαθαίνει επιτέλους πόσους απασχολεί, τι πληρώνει και τι ξοδεύει, και από το 2011 θα μπορεί να παρακολουθεί καθημερινά όλες τις δαπάνες, σε όλους τους κωδικούς, σε όλα τα υπουργεία. Δεν είναι και λίγο. Κι είδαμε την περασμένη εβδομάδα έναν υπουργό Οικονομικών να υπερασπίζεται τον προϋπολογισμό του 2011 με ειλικρίνεια ασυνήθιστη, και να παραδίδει έναν απολογισμό του 2010 με έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης χαμηλότερο από ό, τι είχε προϋπολογιστεί. Και να θυμίζει ότι η συμμετοχή μας στο κοινό νόμισμα συνεπάγεται και υποχρεώσεις, όχι μόνο δικαιώματα, υποχρεώσεις που στο παρελθόν απεμπολήθηκαν.

Η πάλη απαισιοδοξίας κι ελπίδας συνεχίζεται. Οι δημόσιοι χώροι εμφανίζουν εικόνα εξαθλίωσης, οι τοίχοι βρώμικοι με συνθήματα μίσους, οι δρόμοι γεμάτοι σκουπίδια, η καθημερινή βία αναβλύζει. Θα έλεγε κανείς ότι οι πόλεις μας έχουν παραιτηθεί από την αξίωση μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κι όμως, έναν μήνα πριν, Αθηναίοι και Θεσσαλονικείς εξέλεξαν δύο ανήσυχους, σκεπτόμενους, δημιουργικούς δημάρχους, έξω από τον κομματικό σωλήνα. Η παρουσία τους δημιουργεί ελπίδες.

Πολλά, πυκνά κι ασφυκτικά τα μαύρα σύννεφα. Στο βάθος όμως, αν θέλουμε, μπορούμε να διακρίνουμε τις ασημένιες πινελιές.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_26/12/2010_426747