Βεβαιότητες στην εποχή της αμφιβολίας – Καθημερινή 19/09/2010

Ισως το πιο διαπεραστικό στοιχείο της ελληνικής κρίσης και της τιτάνιας προσαρμογής είναι ότι συντελείται σε ένα περιβάλλον οξείας αβεβαιότητας. Αβεβαιότητα για τη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομία: Θα ξεκινήσει η ανάπτυξη ή θα βουλιάξει στη στασιμότητα; Αβεβαιότητα για την έκβαση της ελληνικής προσπάθειας: Θα κρατήσει η κυβέρνηση μέχρι τέλους; Θα ανακάμψει η οικονομία το 2012; Θα αντέξει η κοινωνία;

Η αίσθηση ρευστότητας επιτείνεται από μια γεύση «τέλους εποχής», που όμως δεν συνοδεύεται από ανώδυνη μετάβαση σε μια νέα διάδοχη κατάσταση. Το παλιό έχει αποτύχει, αλλά το καινούργιο δυσκολεύεται βασανιστικά να γεννηθεί – και εν τω μεταξύ το παλιό ανασυντάσσεται. Αυτό ισχύει κατ’ αρχήν για τη διεθνή οικονομία. Το μοντέλο της απορρύθμισης απέτυχε, όμως η διεθνής μετάβαση σε έναν νέο, ρυθμιζόμενο και φορολογούμενο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό αποδεικνύεται δυσχερής. Οι μεταρρυθμίσεις είναι άτολμες, δυσανάλογες του εύρους της αποτυχίας.

Η χρεοκοπία ισχύει κατ’ εξοχήν για την ελληνική πολιτική οικονομία. Εδώ δεν απέτυχαν τόσο οι αγορές όσο το κράτος και οι διαχρονικοί πολιτικοί διαχειριστές του. Εδώ στη χρεοκοπία δεν οδήγησε η ιδιωτική, αλλά η δημόσια υπερχρέωση. Εδώ το «μοντέλο» παρασιτικό κράτος, αεριτζίδικη επιχειρηματικότητα, κατανάλωση εισαγομένων με δανεικά, διόγκωση προστατευμένου τομέα εις βάρος του εξωστρεφούς, πελατειακό κράτος παροχών αντί κοινωνικού κράτους υπηρεσιών, φοροδιαφυγή, ανομία, γραφειοκρατία και διαφθορά, τέλειωσε όχι με λυγμό αλλά με κρότο. Απέτυχε πανηγυρικά, αλλά εξακολουθεί να συνθλίβει το καινούργιο, εμποδίζοντάς το να ξεπεταχτεί.

Η κρίση μοντέλου, σε μικρότερη κλίμακα, αφορά και την Ευρώπη στην πρώτη δεκαετία του ευρώ. Παραδόθηκε σε μια ευφορική, απλουστευτική οικονομική ιδεολογία, αγνόησε τα εξωτερικά ελλείμματα, ξέχασε την επικίνδυνη δυναμική του χρέους, επικεντρώθηκε στο δημοσιονομικό έλλειμμα και τελικά δεν κατάφερε να ελέγξει ούτε και αυτό. Και όπως έγραφε ο Wolfgang M-nchau, η Ε. Ε. παραμένει δέσμια ενός συνδρόμου «μικρής χώρας» (Financial Times, 13/6/2010): υπολείπεται σε φιλοδοξία επαναρρύθμισης της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης, αδυνατεί να αξιοποιήσει το ευρώ ως παγκόσμιο νόμισμα για να τροφοδοτήσει έναν ενάρετο κύκλο επενδύσεων και ανάπτυξης, παραβλέπει τις ευρύτερες επιπτώσεις μιας συσταλτικής οικονομικής πολιτικής. Η σύγχυση τροφοδοτεί λανθασμένες συγκρίσεις. Λένε μερικοί: Την ώρα που η κυβέρνηση Παπανδρέου (και Θαπατέρο και Σόκρατες) εφαρμόζει αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας, ο Ομπάμα ασκεί (έστω συγκρατημένη) επεκτατική πολιτική, με τους Krugman, Stiglitz και άλλους να ζητούν ακόμα δραστικότερη αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών στις ΗΠΑ. Μπορούν όλοι να έχουν ταυτόχρονα δίκιο;

Ναι, μπορούν! Διαφορετικές συνθήκες, διαφορετικές απαντήσεις. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει αυτονομία οικονομικής πολιτικής. Η Ελλάδα και οποιαδήποτε χώρα της Ευρωζώνης, όχι. Το Federal Reserve μπορεί να τυπώσει νόμισμα. Μια χώρα του ευρώ δεν μπορεί. Εχοντας η Αμερική το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα απολαμβάνει άνετη πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της. Η Ε. Ε. δεν έχει εξίσου να εκμεταλλευθεί αυτή τη δυνατότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παρά το διογκούμενο δημόσιο έλλειμμα και χρέος, τα επιτόκια αμερικανικών ομολόγων παραμένουν χαμηλά – της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκονται στα ύψη. Η έλλειψη ανεπτυγμένου κοινωνικού κράτους στις ΗΠΑ επιβάλλει μεγαλύτερη αύξηση δημόσιων δαπανών στην ύφεση, για να προστατευτούν οι αδύναμοι, οι ανασφάλιστοι και οι άνεργοι. Αντίθετα, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα λειτουργούν οι «αυτόματοι σταθεροποιητές», τα επιδόματα ανεργίας ενεργοποιούνται, όπως και τα προγράμματα επανένταξης ανέργων, η εργατική νομοθεσία μετριάζει τις μαζικές απολύσεις, το σύστημα υγείας προσφέρει δίχτυ προστασίας. Η Ελλάδα, όπως κάθε χώρα του ευρώ, λειτουργεί στο πλαίσιο ενιαίας νομισματικής πολιτικής και δημοσιονομικών περιορισμών. Υποχρεούται να μεταχειρίζεται την οικονομική της πολιτική «ως ζήτημα κοινής μέριμνας» (Συνθήκη Λισσαβώνας, άρθρο 121, παρ. 1). Οι χώρες του ευρώ πρέπει να συντονίζουν την πολιτική τους στο πλαίσιο της ΟΝΕ, και από τον Μάιο του 2010 δεσμεύθηκαν σε δραστική μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων.

Επομένως η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να πράξει διαφορετικά. Μια κεϊνσιανή αναθέρμανση στη σημερινή Αμερική είναι απαραίτητη, στην Ελλάδα του ευρώ είναι αδύνατη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το μείγμα πολιτικής της Ε. Ε. είναι το σοφότερο. Την ίδια ώρα που ο Νότος ορθώς περιστέλλει τα ελλείμματά του, ο Βορράς (η Γερμανία) χρειάζεται επεκτατικότερη πολιτική για να περιορίσει τα εξωτερικά πλεονάσματά του. Αυτή είναι η διαφορά μιας μεγάλης ενωμένης Ευρώπης από μια μικρή χώρα.
Είχε μιλήσει ο Κέινς για την «ευθανασία του ραντιέρη», του εισοδηματία. Τόσο η Ευρώπη όσο και η Αμερική χρειάζονται μια συνολική επανακατεύθυνση πόρων από τον σχολάζοντα πλούτο προς τις παραγωγικές επενδύσεις και την απασχόληση. Πραγματικοί ευρωπαϊστές, όπως ο Βέλγος Φερχόφσταντ, προτείνουν την έκδοση ευρω-ομολόγου για τη χρηματοδότηση μεγάλων ευρωπαϊκών επενδύσεων, σε συνδυασμό με γενναιότερη φορολόγηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Θα γινόταν ίσως ευκολότερα αν η Ευρωζώνη δεν κουβαλούσε το βάρος του υπερχρεωμένου Νότου και της Ελλάδας. Και γι’ αυτόν τον λόγο, η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση είναι προϋπόθεση αναπτυξιακής εκκίνησης, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Ευτυχώς, στην εποχή της αμφιβολίας υπάρχουν ακόμα ορισμένες βεβαιότητες. Δεν ξέρουμε πού ακριβώς θα μας βγάλει ο δρόμος, ξέρουμε όμως τι πρέπει να αφήσουμε πίσω μας.
* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_19/09/2010_415356