Διαπραγμάτευση στην άκρη του γκρεμού – Καθημερινή 11/09/2011

Μέχρι πρόσφατα, η αντίδραση της Ευρώπης στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης, χαοτική, ανεπαρκής και πίσω από τα γεγονότα, είχε ωστόσο μια λογική, που της επέτρεπε να είναι κάπως προβλέψιμη. Οι πολιτικοί ξέρουν να αναβάλλουν μια επώδυνη απόφαση μέχρι να καταστεί αναπότρεπτη, ελπίζοντας στο μεταξύ τα πράγματα να αλλάξουν για να μη χρειαστεί να την πάρουν. Και οι ειδικοί των διαπραγματεύσεων γνωρίζουν ότι στο χείλος του γκρεμού (brinkmanship), υπό το άμεσο φάσμα καταβαράθρωσης, η ισχυρότερη πλευρά (ο πιστωτής) μπορεί να επιβάλει τους όρους του στην πλευρά που επείγεται για λύση.

Εχει ένα ακόμα πλεονέκτημα αυτή η στρατηγική των παρεμβάσεων της τελευταίας στιγμής: σε μια εχθρική κοινή γνώμη, η κορύφωση της κρίσης καθιστά δραματικά ευκρινείς τις επιπτώσεις της μη συμφωνίας. Και πείθει. Αυτό, μεταξύ άλλων, επέτρεψε στους ηγέτες απρόθυμων λαών να αποσπάσουν την αναγκαία ανοχή για αντιδημοφιλείς αποφάσεις, είτε επρόκειτο για τα δάνεια διάσωσης του Νότου στα μάτια των λαών του Βορρά είτε για τα επώδυνα μέτρα προσαρμογής στον ίδιο τον Νότο. Αλλά βέβαια, για όποιον την επιχειρεί, η διπλωματία του χείλους του γκρεμού έχει πάντα ένα προφανές ρίσκο: μπορεί να πέσεις.

Ηταν λοιπόν στοιχειωδώς προβλέψιμη η πορεία: η Ευρωζώνη (με δυσκολία, με αυστηρούς όρους) θα στηρίζει. Και οι χώρες της περιφέρειας θα κάνουν ό, τι απαιτείται για να σταθούν το ταχύτερο στα πόδια τους. Και στην κοινή αυτή πορεία δημοσιονομικής υπευθυνότητας και κοινοτικής αλληλεγγύης, η Ευρωζώνη θα γίνεται πιο συνεκτική, η ενοποίησή της θα βαθαίνει, νέα εργαλεία και θεσμοί θα υιοθετούνται, και στην εξέλιξη αυτή (πλην καταστροφικού ατυχήματος) η Ευρωζώνη θα περισωθεί, ακέραιη με τους «17», με κοινή οικονομική διακυβέρνηση και -στο τέλος- ευρωομόλογο.

Η πορεία των πραγμάτων συμβάδιζε με αυτήν τη θεώρηση, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι η Ελλάδα (ο βαρύτερα ασθενής) και οι άλλες χώρες της περιφέρειας αναλάμβαναν τις ευθύνες και τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Η οικοδόμηση αξιοπιστίας με φιλότιμες προσπάθειες και αποτελέσματα λειτούργησε ως ισχυρός παράγοντας διαπραγματευτικής επιτυχίας στις ευνοϊκές παραχωρήσεις που απέσπασε η Ελλάδα την 21η Ιουλίου. Η διαπραγμάτευση μπορούσε να αποδώσει καρπούς όσο απέναντι στην Ελλάδα υπάρχουν Eυρωπαίοι ηγέτες που (α) μπορούν να πάρουν οι ίδιοι τις τελικές αποφάσεις και (β) είναι πεπεισμένοι ότι μια χρεοκοπία ή και έξοδος χώρας από το ευρώ θα ήταν καταστροφική για την Ευρωζώνη και πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί.

Τις τελευταίες βδομάδες συμβαίνει κάτι ανησυχητικό: οι δύο παραπάνω κρίσιμες προϋποθέσεις έχουν αποδυναμωθεί. Η δυνατότητα των ηγετών να «κλείσουν» τις συμφωνίες σε επίπεδο κορυφής έχει υπονομευθεί από την ανάδυση επιθετικών κοινοβουλίων στις «δανείστριες» χώρες του Βορρά. Την αρχή έκανε η Φινλανδία και ακολούθησε η Ολλανδία. Τη συνέχεια έδωσε πριν από λίγες ημέρες η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας, που ορίζει ότι οποιεσδήποτε αποφάσεις δανειοδοτικής στήριξης κρατών της Ευρωζώνης θα πρέπει να έχουν την προηγούμενη έγκριση του γερμανικού κοινοβουλίου. Η επέκταση αυτής της νομολογίας θα δυσχεράνει τη μελλοντική λήψη αποφάσεων. Είναι σαφές ότι η οποιαδήποτε χώρα της περιφέρειας δεν θα έχει απέναντί της μόνο την κ. Μέρκελ, που στη διαπραγμάτευση της 21ης Ιουλίου είχε πει στον Ελληνα πρωθυπουργό «θα κάνω ό, τι μπορώ για να σας βοηθήσω, και να δω πώς θα το περάσω από το κοινοβούλιό μου». Απέναντί της θα έχει το ίδιο το γερμανικό κοινοβούλιο. Και όχι μόνο το γερμανικό, αλλά κι εκείνα των άλλων κρατών της Ευρωζώνης.

Το κλίμα όμως επιδεινώνεται και ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση. Πυκνώνουν οι ενδείξεις ενός νέου κύκλου διεθνούς και ευρωπαϊκής ύφεσης, οξύνοντας την κρίση στην Ευρωζώνη. Μια ευρωπαϊκή ύφεση αλλάζει άρδην τα δεδομένα. Εμποδίζει τις χώρες της περιφέρειας στην προσπάθειά τους να ανακάμψουν μέσω εσωτερικής υποτίμησης και αύξησης των εξαγωγών τους. Η συμπίεση της διεθνούς ζήτησης σπρώχνει την περιφέρεια σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης – δημοσιονομικής αποτυχίας. Οσο ο Νότος παλεύει με τα ελλείμματα και την ανεργία, οι ισχυρότερες οικονομίες του ευρώ θα έπρεπε να τραβούν την ευρωπαϊκή οικονομία με επεκτατικές αναπτυξιακές πολιτικές – το ίδιο και οι ΗΠΑ. Ομως, αυτό ακόμα δεν συμβαίνει. Ετσι επιδεινώνονται οι όροι χρέους των χωρών της περιφέρειας, μαζί και τα χαρτοφυλάκια των ευρωπαϊκών (γερμανικών, γαλλικών, βελγικών κ. λπ.) τραπεζών που είναι γεμάτα τοξικά ομόλογα, μαζί και το βάρος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να διασώσουν πρώτα από όλα τις τράπεζές τους, σε όλο και υψηλότερο κόστος (200 δισ. ευρώ σύμφωνα με το ΔΝΤ). Ολο και περισσότερο τα βορειοευρωπαϊκά κοινοβούλια θα δυσανασχετούν, βλέποντας χώρες, των οποίων τη διάσωση χρηματοδότησαν, να αδυνατούν να ανακάμψουν. Ολο και θα εντείνεται η «κόπωση» με τους «αθεράπευτους» Νότιους και τους «αδιόρθωτους» Ελληνες.

Στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης, ο συνδυασμός εθνικής επαναπολιτικοποίησης και διεθνούς ύφεσης είναι δηλητηριώδης. Δυσχεραίνει τους ελιγμούς και την ανάδειξη ευρωπαϊκών προσεγγίσεων. Κλειδώνει τα κράτη – μέλη σε κύκλους εθνικής εσωστρέφειας και προστατευτισμού, υπονομεύει τις χειρονομίες κοινοτικής αλληλεγγύης, ενισχύει τις μυωπικές προσεγγίσεις, κατακερματίζει τον κοινό ευρωπαϊκό ορίζοντα. Η ύφεση αυξάνει το κόστος διάσωσης της περιφέρειας. Καθιστά όλο και λιγότερο αυτονόητη την πάση θυσία υπεράσπιση των αδύναμων κρίκων και της συμμετοχής τους στο ευρώ. Αίφνης, το παιχνίδι γίνεται πιο απρόβλεπτο. Και οι χώρες που κρέμονται από το χείλος του γκρεμού, όπως η Ελλάδα, έχουν όλο και λιγότερα περιθώρια να αποτύχουν.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_11/09/2011_455682