Ενα ύποπτο γεγονός… – Καθημερινή 20/04/2008

Την εβδομάδα που πέρασε, ο πρόεδρος Μαχμούντ Αχμεντινετζάντ επανέλαβε έναν παρανοϊκό ισχυρισμό του: «Πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια ένα ύποπτο γεγονός συνέβη στη Νέα Υόρκη. Ενα κτίριο κατέρρευσε και είπαν ότι 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν». Με τα λόγια του αυτά ο ηγέτης του θεοκρατικού Ιράν μίλησε στην καρδιά του 30% των συμπατριωτών μας, που θεωρούν ότι την επίθεση στους δίδυμους πύργους έκαναν οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Λίγες μέρες πριν, η εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου αναπαρήγαγε για πολλοστή φορά στην Ελλάδα την «τρομερή» (όσο και εξόφθαλμα ανύπαρκτη) δήλωση του Κίσινγκερ: «Ο ελληνικός λαός είναι ατίθασος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτιστικές του ρίζες…, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί και να διακριθεί…» (Π. Μπουκάλας, Καθημερινή, 15/4). Ο τσαρλατανισμός, ο κοινός παραλογισμός, έρχονται ως ώριμο στάδιο δαιμονοποίησης του άλλου.

Οι μετρήσεις μάς δείχνουν πρωταθλητές του αντιαμερικανισμού, σε επίπεδα Λατινικής Αμερικής και Βόρειας Αφρικής. Είμαστε το πλέον αντιαμερικανικό έθνος της δυτικής Ευρώπης. Μόνο η Ισπανία μάς πλησιάζει. Αυτό εξηγείται. Η Ελλάδα εκτρέφει αυτό που οι Peter Katzenstein και Robert Keohane ονομάζουν «κληρονομιά (legacy) αντιαμερικανισμού». Εθνικά ιστορικά βιώματα (για τους Ισπανούς η αμερικανική στήριξη στο καθεστώς Φράνκο, για μας η αμερικανική πατρωνεία των δεκαετιών ’50-’60 και το 1967-74) σημασιοδοτούν τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε την Αμερική. Στην περίπτωσή μας συντρέχουν δύο ακόμα «εξαιρετικότητες» σε σχέση με την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη: ένα ορθόδοξο κομμουνιστικό κόμμα, με επιρροή στη δημόσια σφαίρα. Και κυρίως μια ορθόδοξη εκκλησία, ακραίοι κύκλοι της οποίας θητεύουν στον οξύ αντιδυτικισμό. Και στην Ελλάδα, τα ιδεολογικά άκρα παραμένουν θερμοκήπιο αντιαμερικανισμού.

Οι συγκριτικές μετρήσεις του αντιαμερικανικού αισθήματος καταγράφουν διαχρονικά την απάντηση στο ερώτημα: θετική ή αρνητική γνώμη για την Αμερική; Συστεγάζουν έτσι αναπόφευκτα και έναν «καλό» αντιαμερικανισμό: την κριτική και απογοήτευση όσων (μαζί με τη μισή αμερικανική κοινωνία) βλέπουν τις αμερικανικές αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων να καταλύονται βάρβαρα και υποκριτικά στο Γκουαντάναμο, στο Ιράκ και στη Μέση Ανατολή. (Οι Katzenstein & Keohane το ονομάζουν «φιλελεύθερο αντιαμερικανισμό»). Συστεγάζουν επίσης, θα λέγαμε, έναν προοδευτικό, ευρωπαϊστικό «αντιαμερικανισμό»: που σέβεται και θαυμάζει την Αμερική, αλλά την θέλει ισότιμο εταίρο της Ευρώπης σε ένα πιο ισορροπημένο παγκόσμιο σύστημα και σε θεσμούς διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης – όχι μονομερή και ανεξέλεγκτο ηγεμόνα, όχι παράγοντα αποσταθεροποίησης.

Να εξηγηθούμε. Το να διατυπώνει κανείς θετική γνώμη για την κυβέρνηση των ΗΠΑ τα τελευταία 5-6 χρόνια υποδηλώνει είτε υπερβάλλοντα φιλοαμερικανικό φανατισμό είτε ασυγχώρητη πολιτική ευήθεια. Η Αμερική του κ. Μπους συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά δημοφιλίας σε διάφορες μετακομμουνιστικές χώρες που δεν αποτελούν ακριβώς φάρους ώριμης δημοκρατικής παιδείας. Ομως ο ελληνικός αντιαμερικανισμός δεν είναι σαν τον γερμανικό, τον βρετανικό ή τον σκανδιναβικό. Δεν είναι μόνο αντι-Μπους, δεν είναι καν αντι-αμερικανική πολιτική, είναι σε ενοχλητικά μεγάλο βαθμό αντί-Αμερική. Οπου πρεσβεία διαβάζει ακόμα Πιουριφόι, όπου ανάμειξη πραξικόπημα, όπου παρέμβαση εχθρική εισβολή. Αυτός ο εγχώριος αντιαμερικανισμός είναι δέσμιος του ιστορικισμού του, μυωπικά εθνοκεντρικός και τελικά ανιστόρητος.

Ο σκληρός αντιαμερικανισμός δεν διακρίνει αποχρώσεις στην αμερικανική πολιτική. Με τη στήριξη των ΗΠΑ ολόκληρη σχεδόν η Λατινική Αμερική είναι σήμερα δημοκρατική, όπως και μεγάλο μέρος της Ασίας και της Αφρικής. Ομως ο αντιαμερικανισμός καταδικάζει την Αμερική ακόμη και όταν παρεμβαίνει για να στηρίξει τη δημοκρατία (όπως στην Αϊτή και στις Φιλιππίνες) ή να τερματίσει έναν αιματηρό πόλεμο και να αποσοβήσει μια ανθρωπιστική καταστροφή. Οπως έκανε δηλαδή στη Σομαλία και δυστυχώς δεν κάνει σήμερα στο Σουδάν. Οπως έκανε επίσης –καθυστερημένα– στη Βοσνία, όταν η Ευρώπη παρακολουθούσε άπρακτη τη σφαγή έξω από την πόρτα της.

Εδώ συναντάμε έναν πυλώνα του αντιαμερικανισμού: τον μύθο της αμετάβλητης Αμερικής. Η πολιτική Μπους έχει σπείρει καταστροφές. Ομως, όπως έγραφε ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ, «τα πράγματα δεν ήταν υποχρεωτικό να εξελιχθούν έτσι. Θα μπορούσαν να είχαν κερδίσει οι “καλοί”». Αντιαμερικανισμός είναι η άρνηση αυτής της πραγματικής πιθανότητας, που ισοδυναμεί όχι απλώς με κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ, αλλά με εχθρότητα προς την ίδια την Αμερική. Δεν είναι απλώς άποψη. Είναι μια ψυχολογική στάση, όχι για αυτά που η Αμερική «κάνει» αλλά για αυτό που «είναι» – για τα χαρακτηριστικά και τις αξίες της. Μια ουσιοκρατική θεώρηση γενικευμένης αρνητικής προκατάληψης, στη βεβαιότητα της οποίας ο κριτικός ορθολογισμός υποχωρεί. Και τότε συμβαίνουν «ύποπτα γεγονότα»…

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αν. καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, [email protected]

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_20/04/2008_267291