Η άβολη αλήθεια της ύφεσης – Καθημερινή 10/2/2013

Και ξαφνικά, η χώρα ανακάλυψε τι ήταν αυτό που έφταιγε τα τελευταία τρία χρόνια: ήταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής, που προέκυψε μεγαλύτερος, βυθίζοντας την οικονομία στην κρίση… Αυτή η νέα εθνική μανία με τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή θυμίζει μια παλιά ρήση: «όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοιτούσε το δάχτυλο».

Να τα πάρουμε από την αρχή. Το 2009-10, η ελληνική οικονομία βρέθηκε με τον χειρότερο ίσως συνδυασμό μακροοικονομικών δεικτών στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Δεν είχε ένα, αλλά δύο θεόρατα προβλήματα ταυτόχρονα να επιλύσει. Πρόβλημα δημοσιονομικό (ιλιγγιώδες έλλειμμα και δημόσιο χρέος). Και πρόβλημα ανταγωνιστικότητας (θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα και καθαρό εξωτερικό χρέος). Η θεραπεία του ενός χειροτέρευε την κατάσταση του άλλου.

Προσέξτε. Ο καθαρός εξωτερικός δανεισμός, το καθαρό εξωτερικό χρέος της χώρας στον υπόλοιπο κόσμο ήταν μόλις 6% του ΑΕΠ το 1997. Ομως, το 2009-10 πλησίαζε το 100% του ΑΕΠ, σωρευτικό αποτέλεσμα των μεγάλων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών της τελευταίας δεκαετίας. Αιτίες: ο υψηλότερος πληθωρισμός μισθών και τιμών, η απώλεια ανταγωνιστικότητας, η έκρηξη κατανάλωσης και εισαγωγών, η υπερχρέωση, η καθίζηση της αποταμίευσης.

Τι σήμαινε καθαρό εξωτερικό χρέος ίσο με το ΑΕΠ; Οτι είχαμε ως χώρα, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, ένα βιοτικό επίπεδο πολλαπλάσιο από τις παραγωγικές μας επιδόσεις. Οτι συντηρούσαμε αυτό το βιοτικό επίπεδο μόνο χάρη στον υπέρμετρο εξωτερικό δανεισμό. Από τη στιγμή που ο υπόλοιπος κόσμος έπαψε να μας δανείζει, έπρεπε αντίστοιχα να συρρικνωθεί το μέγεθος της οικονομίας μας.

Ετσι, το 2010, η χώρα βρέθηκε με μια «αδύνατη αποστολή», ένα mission impossible. Επρεπε να πραγματοποιήσει μια ταυτόχρονη διπλή προσαρμογή, που το ένα σκέλος της υπονόμευε το άλλο. Το μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και το χρέος απαιτούν ανάπτυξη, αύξηση του εθνικού εισοδήματος, που μειώνουν τον λόγο δημόσιου χρέους/ΑΕΠ. Αντίθετα, το μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα απαιτεί ύφεση, μείωση του εθνικού εισοδήματος, μέσα από τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, «εσωτερική υποτίμηση» που μειώνει τις εισαγωγές. Ασφαλώς, η ύφεση δυσχεραίνει τη δημοσιονομική προσαρμογή. Ομως διορθώνει το εξωτερικό έλλειμμα, αυξάνοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, για να έρθει ανάκαμψη μέσα από τις εξαγωγές.

Περισσότερο από τα δημοσιονομικά, ο καθαρός εξωτερικός δανεισμός ήταν ο κρίσιμος δείκτης που χτυπούσε συναγερμό. Αυτόν έβλεπαν αγορές και σοβαροί αναλυτές και συμπέραιναν ότι η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει μέσα στο ευρώ. Ολοι είχαν το βλέμμα καρφωμένο στο εξωτερικό ισοζύγιο, στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, για να αποφανθούν εάν η Ελλάδα μπορεί τελικά να ελπίζει. Η συρρίκνωσή του κάτω από 4,5% (από 14% το 2009) είναι εξαιρετικά ενθαρρυντική. Απομακρύνει τον φόβο της δραχμής (που οξύνει την ύφεση και αυξάνει τον «δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή»). Η μείωση του εξωτερικού ελλείμματος είναι -δυστυχώς- κυρίως δουλειά της ύφεσης.

Πόση ύφεση χρειαζόταν για να γίνει βιώσιμο το εξωτερικό έλλειμμα; Μια μελέτη του Θωμά Μούτου από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών («Greece», The EEAG Report on the European Economy, CESifo, Munich 2011) υπολόγιζε σωρευτική μείωση ΑΕΠ κατά 20-30%. Το μεγάλο αυτό μέγεθος οφείλεται στον πολύ μικρό εξαγωγικό τομέα έναντι μεγάλου ύψους εισαγωγών, που σημαίνει ότι η προσαρμογή έπρεπε να προέλθει κυρίως από τη μείωση των εισαγωγών, με εσωτερική υποτίμηση. Αντίστοιχη θα ήταν η απώλεια εισοδημάτων μέσω «εξωτερικής υποτίμησης», δηλαδή επιστροφής στη δραχμή με τεράστια συναλλαγματική υποτίμηση. Αυτό θα ήταν πολιτικά ευκολότερο, αλλά οι επιπτώσεις θα ήταν ευρύτερα καταστροφικές. Σε αυτό τουλάχιστον η συντριπτική πλειονότητα των οικονομολόγων συμφωνεί.

Το κρίσιμο θέμα, λοιπόν, δεν είναι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής. Η χώρα βρέθηκε σε μια κρίση που απαιτούσε τεράστια προσαρμογή, δεινή ύφεση και αύξηση της ανεργίας. Αυτή θα μπορούσε να είχε μετριαστεί με ταχύτερες διαρθρωτικές αλλαγές, μεγαλύτερες επενδυτικές εισροές από την Ε.Ε. και τόνωση της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Αλλά και πάλι, η μεγάλη ύφεση θα ήταν αναπόφευκτη. Αυτή είναι η πολιτικά δυσάρεστη και κοινωνικά επώδυνη αλήθεια.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_10/02/2013_510896