Η αδυναμία της ισχύος – Καθημερινή 24/02/2008

Κι όμως το ελληνικό πολιτικό σύστημα θα έπρεπε να ευνοεί τις μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση δεν εμποδίζεται από περίπλοκες δομές συναπόφασης και βέτο που χαρακτηρίζουν ομοσπονδιακά κράτη όπως η Γερμανία. Η εκτελεστική εξουσία δεν χρειάζεται να πείθει κάθε φορά τους διαφωνούντες, όπως ο Αμερικανός πρόεδρος τα μέλη του Κογκρέσου. Ούτε να διαπραγματεύεται τη συναίνεση στο εσωτερικό ενός διακομματικού κυβερνητικού συνασπισμού, όπως σε πλήθος χωρών (Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, κράτη της Σκανδιναβίας και της κεντροανατολικής Ευρώπης). Ούτε αναγκάζεται η κυβέρνηση να συγκρατεί έναν ετοιμόρροπο συνασπισμό κομμάτων, για να μην καταρρεύσει, όπως συνέβη στη γειτονική Ιταλία. Ούτε διαθέτει η Ελλάδα ημιπροεδρικό σύστημα σαν τη Γαλλία, όπου ένας σοσιαλιστής πρόεδρος μπορεί να μπλοκάρει τις πολιτικές του κεντροδεξιού πρωθυπουργού – όπως ο Μιτεράν τις ιδιωτικοποιήσεις Σιράκ στη δεκαετία του ‘80.

Αντιθέτως. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές, κεντρικές μονοκομματικές κυβερνήσεις, που στηρίζονται σε καθαρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες (151+1 εξακολουθεί να συνιστά καθαρή πλειοψηφία). Παραμένουν στην εξουσία 3-4 χρόνια, κυβερνούν «καθέτως» και μονομερώς χωρίς να υποχρεώνονται σε διακομματικές συναινέσεις. Το Σύνταγμα εξασφαλίζει πανίσχυρο πρωθυπουργό, που διορίζει και παύει τους υπουργούς και υφυπουργούς του. Η κυβέρνηση επηρεάζει άμεσα τον διορισμό μερικών χιλιάδων κρατικών αξιωματούχων. Και βέβαια ελέγχει πλήρως την κατανομή των κρατικών πόρων. Η Βρετανία έχει επίσης πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, με μια κρίσιμη διαφορά: η κυβερνητική ισχύς φιλτράρεται από μια υψηλών προσόντων αμετακίνητη διοίκηση και ελέγχεται εξονυχιστικά από το κοινοβούλιο.

Σημειώστε επίσης ότι έχουμε έναν ακόμα ευνοϊκό παράγοντα. Η κοινωνία μας έχει περίπου συμφωνήσει στους τομείς μεταρρυθμιστικής προτεραιότητας: δημόσια διοίκηση, παιδεία, υγεία, ασφαλιστικό σύστημα. Συγκλίνει επίσης στη βασική κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων αυτών: καταπολέμηση της διαφθοράς και του κομματισμού, αποτελεσματικότητα στις υπηρεσίες, ποιότητα στην εκπαίδευση, καλύτερη κοινωνική προστασία και συνοχή. Ούτε οι μελέτες λείπουν: κάθε φιλομαθής υπουργός μπορεί να ανακαλύψει δεκάδες στοιβαγμένες στα ερμάρια του υπουργείου του.

Γιατί λοιπόν έχουμε τη διαχρονική αίσθηση ότι η πολιτική των μεταρρυθμίσεων συνίσταται σε άφθονα λόγια, παχυλές εξαγγελίες, αλλά πενιχρά αποτελέσματα;

Αντίθετα με τις περισσότερες δυτικές χώρες, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν μάθει να μοιράζονται την εξουσία. Ούτε με το κοινοβούλιο, ούτε με άλλα κόμματα, ούτε με κατώτερες βαθμίδες διακυβέρνησης. Την κρατούν ολόκληρη για τον εαυτό τους. Η κυβέρνηση δείχνει απρόθυμη να μοιραστεί εξουσία ακόμα και με τις θεσμοθετημένες ανεξάρτητες αρχές. Η Δημοκρατία των αντιβάρων, όπως την ονομάζει ο Νίκος Αλιβιζάτος, υπολειτουργεί. Η διακυβέρνηση θεμελιώνεται στη μεγιστοποίηση κεντρικού πολιτικού ελέγχου.

Η αμετρίαστη εξουσία δημιουργεί εθισμό: όσο περισσότερη έχεις, τόσο περισσότερη θέλεις να κρατήσεις, τόσο λιγότερη δέχεσαι να θυσιάσεις.

Ομως οι κύριες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται ο τόπος έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη δραστική μείωση του πολιτικού ελέγχου. Η δημόσια διοίκηση δεν θα αναπτύξει αξιοκρατικές δομές επαγγελματισμού όσο στραγγαλίζεται από «τα δικά μας παιδιά». Τα νοσοκομεία κι οι οργανισμοί υγείας δεν θα αναβαθμιστούν όσο οι διοικήσεις αντικαθίστανται μόλις αλλάζει ο υπουργός. Η εκπαίδευση θα λιμνάζει όσο οι πρυτάνεις προκρίνονται στα κομματικά επιτελεία και οι σχολικοί επιθεωρητές στα γραφεία των συνδικαλιστών. Το ασφαλιστικό σύστημα δεν θα μεταρρυθμιστεί χωρίς καθολικούς αντί συντεχνιακών κανόνων συνταξιοδότησης και ενιαίες διοικήσεις ταμείων από μάνατζερς. Σε όλους αυτούς τους τομείς, μεταρρύθμιση σημαίνει αυτοπεριορισμό της κυβερνητικής εξουσίας.

Βεβαίως, η συγκέντρωση εξουσίας δικαιολογείται στο όνομα της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. «Χρειάζομαι πολιτική ισχύ, για να εφαρμόσω τις αλλαγές που έχει ανάγκη ο τόπος» είναι το πάγιο μότο του κάθε επίδοξου μεταρρυθμιστή.

Ομως ένας σιδηρούς νόμος της πολιτικής λέει ότι οι μηχανισμοί εξουσίας, ως οργανώσεις, όταν οικοδομηθούν, τείνουν στη συνέχεια να αυτονομούνται. Αντί να υπηρετούν το κυβερνητικό έργο υπηρετούν τη διαιώνισή τους. Λειτουργούν πλέον για τα ίδια συμφέροντά τους, υπάρχουν, για να αναπαράγονται μεγιστοποιώντας την ισχύ τους.

Η αντίσταση του μηχανισμού εμπόδισε τον μεταρρυθμιστή Σημίτη να προχωρήσει τις αλλαγές του ασφαλιστικού κατά το σχέδιο Γιαννίτση. Ο αντίστοιχος μηχανισμός της σημερινής κυβέρνησης επιβάλλει «ρεαλιστικές» εκπτώσεις παντού, ψαλιδίζοντας τις φιλοδοξίες μεταρρυθμιστικής υστεροφημίας ενός καλών προθέσεων πρωθυπουργού.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν ότι η ισχυρή εκτελεστική εξουσία που παράγει το πολιτικό μας σύστημα θα σημαίνει απαραίτητα και καλύτερη προώθηση των μεταρρυθμίσεων… Η μεγιστοποίηση κυβερνητικής ισχύος καταλήγει ενίοτε σε κυβερνητική αδυναμία.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ([email protected]).

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_24/02/2008_260499