Η αισιοδοξία της απελπισίας – Καθημερινή 21/02/2010

Είμαστε μία κατά βάθος συντηρητική κοινωνία, κι ας ψηφίζουμε στην πλειοψηφία μας κόμματα στα αριστερά του κέντρου. Οχυρωνόμαστε αυτόματα πίσω από τα «κεκτημένα», χωρίς να μας ενδιαφέρει πώς αποκτήθηκαν. Υπερασπιζόμαστε ως «δίκαια» εξόφθαλμες στρεβλώσεις. Ανάγουμε σε ιερές αγελάδες («κάτω τα χέρια!») αυθαίρετα επιδόματα και παροχές, που δόθηκαν διαχρονικά από «χουβαρντάδες» υπουργούς και διοικητές για να εξαγοραστεί η «συνεργασία» του προσωπικού. Είμαστε, παρά τον συντηρητισμό μας, πάντα έτοιμοι για καταγγελία και διαμαρτυρία. Τη διαπραγμάτευση θεωρούμε υποταγή, τον συμβιβασμό ντροπή. Να αναστοχαστούμε δεν γνωρίζουμε, σπάνια αναθεωρούμε.

Η λέξη «δίκιο» δεσπόζει στο λεξιλόγιό μας, και το κράτος είναι το πρώτο στο οποίο θα στραφούμε. Ομως, το «κράτος δικαίου» μάς είναι έννοια άγνωστη και μακρινή. Οταν το επικαλούμαστε, συνήθως το ταυτίζουμε με ρουσφετολογικές διευθετήσεις. Με πάθος τα συνδικάτα μας, στο όνομα του δικαίου, υπερασπίζονται απολαβές που δεν αντιστοιχούν ούτε σε πραγματικά προσόντα ούτε σε παραγωγικές επιδόσεις, και σίγουρα όχι στις δυνατότητες της οικονομίας μας.

Το σύστημά μας διαχρονικά στηρίχθηκε σε ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο: οι πολλοί θα ανέχονται την υψηλή διαφθορά των ολίγων, αρκεί οι λίγοι να κάνουν τα στραβά μάτια στη μικροδιαφθορά των πολλών. Η φαυλότητα της κορυφής λειτούργησε ως άλλοθι για τη χαλαρότητα της βάσης, σε μια κοινωνία σούπα, ευρέων μεσοστρωμάτων αλλά αδύναμων αστικών ελίτ. Κοινωνικό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής. Και αμοιβαίας συνενοχής. Τώρα το συμβόλαιο διαλύεται – δεν υπάρχουν λεφτά για να χρηματοδοτηθεί.

Ο συντηρητισμός μας διαχέεται παντού. Οι υπουργοί έφτιαχναν προϋπολογισμό υπουργείου παίρνοντας ως βάση τον προηγούμενο, φουσκώνοντάς τον όσο μπορούσαν και όσο τους επέτρεπε η πρόσβασή τους στον πρωθυπουργό. Δεν διεκδικούσαν κονδύλια για να χρηματοδοτήσουν συγκεκριμένες κοστολογημένες δράσεις, όπως γίνεται σε όλες τις σοβαρές χώρες. Πρώτα αποσπούσαν τα κονδύλια και στη συνέχεια εφεύρισκαν τις δραστηριότητες. Αμεση πολιτική απόδοση (αντί για μακροπρόθεσμη δημόσια ωφέλεια) ήταν το κυρίαρχο κριτήριο κατανομής δαπανών. Γι’ αυτό σοκάρουν σήμερα οι απίστευτοι σκελετοί του παρελθόντος που αποκαλύπτονται, σπατάλης δημόσιου χρήματος προς φίλους, πελάτες και εκλογικές περιφέρειες.

Είμαστε ισχυροί στην κριτική, αλλά ασθενείς στην αυτοκριτική. Είμαστε γρήγοροι να ρίξουμε το φταίξιμο στους άλλους, και ακόμα ταχύτεροι όταν τους ζητάμε να μας ξελασπώσουν. Δεν φταίει όμως η Ευρώπη για την οικονομική κατάντια μας, ούτε φταίνε οι αγορές που φτάσαμε ώς εδώ. Ναι, η διεθνής οικονομική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα απληστίας των διεθνών επενδυτικών τραπεζών, συμπαιγνίας ρυθμιστικών αρχών με τα εποπτευόμενα συμφέροντα, μυωπίας και ιδιοτέλειας των ελίτ. Οχι όμως και η δική μας κρίση, κι ας κάνουν κύκλους από πάνω μας τα κοράκια των διεθνών χρηματαγορών. Η ελληνική κρίση δεν είναι δημιούργημα των αγορών ούτε της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κι ας προσφέρεται η τελευταία ως πρόθυμος σάκος πυγμαχίας. Είναι όλη δικιά μας, προϊόν του πολιτικού μας συστήματος, των συνδικαλιστών μας, μιας παρασιτικής επιχειρηματικής τάξης, πελατειακής συναλλαγής και φοροδιαφυγής. Είναι παιδί του ελληνικού καταναλωτικού ονείρου: πολυτελή αυτοκίνητα, κινητό τελευταίας γενιάς, σκι στην Αράχωβα, διακοπές στη Μύκονο, και 20.000 φορολογική δήλωση. Σύνταξη στα 50. Είναι προϊόν μακρού εφησυχασμού της κοινωνίας μας.

Σοβαρές συντηρητικές κοινωνίες προτάσσουν την οικονομική σταθερότητα. Ομως η δική μας οικονομία έχτισε παλατάκια σε κινούμενη άμμο, προσθέτοντας και το αυθαίρετο «πανωσήκωμα». Εχουμε το μεγαλύτερο δημόσιο έλλειμμα – οικονομίες που συρρικνώθηκαν 5% έχουν χαμηλότερο έλλειμμα από μας. Εχουμε το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην Ε. Ε. Εχουμε έναν από τους χειρότερους δείκτες εθνικής αποταμίευσης στην Ε. Ε. και, ως πρόσφατα, το υψηλότερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Και έχουμε το πλέον θνησιγενές συνταξιοδοτικό σύστημα. Αν δεν αλλάξει, οι δαπάνες για συντάξεις ώς το 2035 θα έχουν ξεπεράσει το 20% του ΑΕΠ, έναντι 13% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και 12% της Ε. Ε. «27».

Και όμως, αντιμέτωποι με τα σαρωτικά δεδομένα, εξακολουθούμε να αναζητούμε υπεκφυγές. «Σε μια προκρούστεια περιστολή δαπανών δεν μπορούμε να συναινέσουμε», δήλωσε εμφατικά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απογοητεύοντας πρόωρα όσους είχαν ελπίσει ότι θα στεκόταν με πατριωτική ευθύνη απέναντι στην κρίση, όπως μόνος του είχε σπεύσει να προεξοφλήσει. Κι ας αύξησε η προηγούμενη κυβέρνηση πάνω από 70% τις πρωτογενείς δαπάνες του κράτους μέσα σε 5 χρόνια. Και ας προσέθεσε (καθαρή αύξηση) 75.000 νέους δημόσιους υπαλλήλους.

Σαν καταιγίδα πέφτει η κρίση στην ελληνική οικονομία. Παρασύρει επιστρώματα και φερτά υλικά, διαλύει ωραιοποιήσεις και ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτει την ωμή απελπιστική αλήθεια κάτω από την επιφάνεια, μας φέρνει καταπρόσωπο με τις ευθύνες μας. Αν υποκριθούμε ότι τίποτα δεν συνέβη, αν συνεχίσουμε μια από τα ίδια, τότε η επόμενη καταιγίδα θα μας τσακίσει. Αν αναλάβουμε όλοι το μερίδιο θυσιών που μας αναλογεί, τότε μπορούμε να μετατρέψουμε την καταστροφική αυτή συγκυρία σε τέλος εποχής και αρχή μιας νέας. Τότε, μέσα στην απελπισία, μπορεί να ανθήσει ξανά η αισιοδοξία.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_21/02/2010_391652