Η βία των συμψηφισμών – Καθημερινή 17/06/2007

Την περασμένη εβδομάδα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε το ελληνικό κράτος για τον βίαιο ξυλοδαρμό Ρωσοπόντιου πρόσφυγα το 2001 στη Θεσσαλονίκη από αστυνομικούς. Ενας από αυτούς εμπλεκόταν και στη βάρβαρη κακοποίηση του Κύπριου φοιτητή, στη γνωστή υπόθεση της «ζαρντινιέρας». Για την υπόθεση αυτή, ο επικεφαλής αστυνομικός διευθυντής, παρών στον ξυλοδαρμό, «τιμωρήθηκε» με πειθαρχική ποινή αργίας 15 ημερών. Διάφορες εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη και της Διεθνούς Αμνηστίας έχουν στηλιτεύσει μια κουλτούρα ατιμωρησίας αστυνομικών που εμπλέκονται σε σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων, όπως βασανισμοί κρατουμένων, υποθέσεις που συστηματικά συγκαλύπτονται.

Είναι αλήθεια ότι οι αστυνομικοί αποτελούν έναν ευάλωτο στόχο στα μάτια της κοινής γνώμης. Εκτός από κακές εργασιακές συνθήκες και κινδύνους αντιμετωπίζουν μια κοινωνική προκατάληψη που φτάνει στα όρια του ρατσισμού. Ισως αυτό πονάει περισσότερο από τις ύβρεις και τις μολότοφ που δέχονται στις φοιτητικές διαδηλώσεις. Στα μάτια μερίδας της κοινωνίας αποτελούν ευθεία συνέχεια του αυταρχικού μεταπολεμικού κράτους ή μιας όχι τόσο μακρινής εποχής, όταν τα όργανα της τάξης προπηλάκιζαν νεαρούς επειδή φορούσαν σκουλαρίκι ή είχαν περίεργα μαλλιά. Και αυτό αδικεί τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της αστυνομίας την τελευταία δεκαετία.

Ομως τίποτε δεν δικαιολογεί τα όποια φαινόμενα αστυνομικής αυθαιρεσίας και υπηρεσιακής ανοχής προς αυτήν. Και είναι θλιβερή η λογική που επιδιώκει να συμψηφίσει τις πραγματικές απειλές που τα αστυνομικά όργανα αντιμετωπίζουν με την υπερβάλλουσα βία που μπορεί να επιδεικνύουν. Η τελευταία είναι διπλά καταδικαστέα, ακριβώς επειδή προέρχεται από εντεταλμένους φρουρούς του κράτους δικαίου.

Μπορεί ίσως να κατανοήσει κανείς την υπέρβαση καθήκοντος υπό συνθήκες άμεσης απειλής. Ομως η αυθαιρεσία από θέση ισχύος, όπως υπερβάλλουσα βία στα αστυνομικά τμήματα, είναι στάση βαθιάς απαξίας. Οχι μόνο συνδυάζει βαρβαρότητα με θρασυδειλία, αλλά στρέφεται εναντίον ανθρώπων που βρίσκονται σε θέση αδυναμίας, ιδίως αν πρόκειται για μετανάστες.

Η αστυνομική αυθαιρεσία, όποτε εκδηλώνεται, αναζητά νομιμοποίηση στο όνομα της προστασίας της φιλήσυχης πλειοψηφίας, ψαρεύοντας σε θολά νερά. Τροφοδοτείται από ένα φασίζοντα αυταρχισμό, που ενθαρρύνει την επικίνδυνη εκτροπή του «μόνο με ξύλο καταλαβαίνουν» ή την υπηρεσιακή και ηθική χαλαρότητα του «έλα μωρέ, δυο μπουνιές παραπάνω, αλήτες είναι άλλωστε». Στο διανοητικό πλαίσιο του φασίζοντος αυταρχισμού, τα ατομικά δικαιώματα είναι αμελητέα, ιδίως εάν αφορούν διαμαρτυρόμενους αντιεξουσιαστές και αλλοδαπούς. Και οι δικονομικές εγγυήσεις, ενοχλητικές εφευρέσεις κάποιων αριστεριστών δικηγόρων. Η αυθαιρεσία των οργάνων της εξουσίας, όταν εκδηλώνεται, είναι ίσως η σκληρότερη μορφή βίας στην κοινωνία. Δεν είναι όμως η μόνη.

Υποδαυλίζεται από τον επαναστατισμό του αντίπαλου ιδεολογικού στρατοπέδου, που εναγκαλίζεται τη βία ως θεμιτό μέσο έκφρασης σωρευμένης κοινωνικής αγανάκτησης και επιταχυντή της ιστορίας. Ο επαναστατισμός είναι απόρροια της μεταπολιτευτικής επιρροής μιας αντιθεσμικής Αριστεράς, με απήχηση πολύ ευρύτερη από τα καταγραφόμενα εκλογικά της ποσοστά. Διέπεται από υπεροπτική περιφρόνηση προς τα «αστικά» δικαιώματα των καθημερινών ανθρώπων, που δεν φιλοδοξούν καμία ανατροπή του συστήματος, θέλουν απλώς να κυκλοφορήσουν στην πόλη, να λειτουργήσουν το μαγαζί τους, να πάνε σπίτι τους.

Σύμπτωμα, άλλωστε, αυτής της ιδεολογικής ηγεμονίας είναι ο εξοστρακισμός από τον κοινωνικό διάλογο οποιουδήποτε προβληματισμού για μια έλλογη ρύθμιση της ελευθερίας της συλλογικής διαμαρτυρίας, έτσι ώστε η άσκηση του νόμιμου δικαιώματος του συνέρχεσθαι των διαδηλωτών να μην παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων πολιτών.

Οπως ο φασίζων αυταρχισμός της Δεξιάς προσπερνά σαν οδοστρωτήρας τα ατομικά δικαιώματα των εξεγερμένων, των περιθωριακών, των μεταναστών, έτσι ο υπεροπτικός επαναστατισμός της Αριστεράς θεωρεί τα δικαιώματα των αστών και των μικρομεσαίων «νοικοκυραίων» ανυπόστατα, καταγέλαστα και αναλώσιμα. Ο φασίζων αυταρχισμός είναι βέβαια ο πιο επικίνδυνος, αλλά ο αριστερός επαναστατισμός αποδυναμώνει κι αυτός τη δημοκρατία.

Η αυθαιρεσία της εξουσίας εκτρέφει τη βία των μειοψηφιών και τη μανία των «γκαζάκηδων» και των χουλιγκάνων. Η αδιαφορία της πλειοψηφίας σε φαινόμενα εξουσιαστικής αυθαιρεσίας δυναμώνει την οργή των κοινωνικά περιθωριοποιημένων. Οργή κατανοητή, όσο αρδεύεται από την παγκοσμιοποιημένη βία του Γκουαντάναμο, της Μέσης Ανατολής, του βιασμού του περιβάλλοντος. Κατανοητή μεν, αλλά όχι αποδεκτή. Και οι δύο διατηρούν την κοινωνία σε πόλεμο.

Μια συντηρητικότερη μερίδα παγιδεύεται στο ψευδοδίλημμα: μια «ήπια» αστυνομία που θα παρακολουθεί άπραγη τους κουκουλοφόρους να τα σπάνε ή μια «σκληρή» αστυνομία που θα σπάει κεφάλια υπόπτων στα κρατητήρια; Ομως το αντίθετο της αδράνειας δεν είναι η αυθαιρεσία, αλλά ο επαγγελματισμός.

Μια δημοκρατία δεν κατακτά την αποτελεσματικότητα θυσιάζοντας τη νομιμότητα. Τα θεσμικά όργανα της πολιτείας δεν είναι συναισθηματικά υποκείμενα, που δικαιούνται να οργίζονται, να θολώνουν, να εκβιάζουν, να εκδικούνται και να αυτοδικούν. Οι θεσμοί είναι φορείς ορθολογικών σταθερότυπων, νομικά προδιαγεγραμμένων συμπεριφορών και διαδικασιών. Η θεσμική κανονικότητα και προβλεψιμότητα, η απουσία «εκπλήξεων» στη συμπεριφορά πολιτειακών οργάνων, συνιστά κορυφαίο κριτήριο θεσμικής ωριμότητας μιας κοινωνίας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία εγγυάται την κανονικότητα και διδάσκει τον αυτοπεριορισμό. Προτάσσοντας τα δικαιώματα, αποτρέπει την κονιορτοποίησή τους στο όνομα είτε του υπέρτερου συμφέροντος της πλειοψηφίας είτε του επαναστατικού δικαίου των μειοψηφιών.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, [email protected]

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_17/06/2007_231028