Η Ευρώπη ως διαχρονική πρόκληση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας – επιμελημένη δημοσίευση της ομιλίας που πραγματοποιήθηκε στο συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ με θέμα: “το ΠΑΣΟΚ και η ελληνική πραγματικότητα, 1974-2014”, στις 4/9/2013

Η Ευρώπη είναι καταλύτης στην εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ. Μέσω της Ευρώπης το ΠΑΣΟΚ μετεξελίχθηκε από ευρωπαϊκά ανάδελφο σοσιαλιστικό κίνημα με ιδιότυπα εθνικιστικά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, σε σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ούτε άμεση ούτε ευθύγραμμη. Θα διακρίνω τρείς μεγάλες περιόδους.

1. Η πρόκληση της προσαρμογής (1974 ή 1981-1993)

Η πρώτη είναι η περίοδος από το 1981 ή αν θέλετε από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ μέχρι, το λέω σχηματικά, μέχρι το 1993. Η κρίσιμη ιστορική πρόκληση που σφραγίζει αυτή την περίοδο είναι η «πρόκληση της προσαρμογής».

Το ΠΑΣΟΚ ξεκινά ως ένα κόμμα με μια μονοσήμαντη και αρνητική προσέγγιση προς την τότε ΕΟΚ. Να σημειώσω πως ήταν κατανοητή η αρχική άρνηση της ΕΟΚ, η οποία ήταν τότε μόνο κοινή αγορά και «κοινή αγροτική πολιτική» (ΚΑΠ) χωρίς σημαντικές περιφερειακές πολιτικές. Αλλά χρεώνεται το πρώιμο ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου ότι δεν διέβλεψε τη δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως την είχε διαβλέψει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Λεωνίδας Κύρκος. Αυτή η αρχική άρνηση της ΕΟΚ μετασχηματίζεται γρήγορα σε διαμόρφωση ισχυρής διαπραγματευτικής θέσης, που προάγει τα εθνικά συμφέροντα, με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) κ.λπ.

Θυμίζω τα επιτεύγματα της πρώτης περιόδου του ΠΑΣΟΚ: ενσωμάτωση των χαμένων της μετεμφυλιακής περιόδου• οικοδόμηση θεσμών κοινωνικού κράτους, όπως το ΕΣΥ• επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η Ευρώπη λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο ως εγγυητής και διευκολυντής του κοινωνικού εκδημοκρατισμού, παρέχοντας τους πόρους και το πλαίσιο σταθερότητας, που χρηματοδοτούσαν την αναγέννηση της υπαίθρου, τη στήριξη του αγροτικού τομέα.

Η αποτυχία βέβαια οι κοινοτικοί πόροι να συμβάλουν πραγματικά στον παραγωγικό εκσυγχρονισμό της χώρας πέφτει βαριά στις τότε κυβερνήσεις του ’80 και του ’90.

Θυμίζω και τις άλλες μεγάλες αποτυχίες: την βαριά κληρονομιά των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους• ένα κράτος πρόνοιας μεσογειακού τύπου, βασισμένο σε συντάξεις αντί υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας, με μεγάλες εσωτερικές ανισότητες μεταξύ των ασφαλισμένων• Και έναν εξαιρετικά αντιπαραγωγικό κρατισμό, που δικαιολογήθηκε στη βάση του κοινωνικού του ρόλου και των αποτυχιών της αγοράς, αλλά κατέληξε να εδραιωθεί χάρη στα τεράστια κομματικά και πελατειακά του πλεονεκτήματα. Πλεονεκτήματα που μοιράστηκε, λαφυραγώγησε, το δικομματικό σύστημα εξουσίας, υπό τις ευλογίες της αριστεράς.

Καθ’ όλη αυτή την περίοδο το ΠΑΣΟΚ παύει σταδιακά, χάρη στις ευθύνες της διακυβέρνησης, να συμπεριφέρεται σαν ένα ιδιότυπο σοσιαλιστικό κόμμα. Αποφοιτά από την πολιτική των διαφοροποιήσεων και των υποσημειώσεων στην τότε ΕΟΚ, από την καταγγελτική λογική προς το «ευρωπαϊκό διευθυντήριο», από τις εσωτερικές παλινωδίες του πειράματος «σοσιαλισμού σε μια χώρα» (που μαζεύεται με το πρόγραμμα σταθεροποίησης του 1985-87), από τη στροφή στο λαϊκισμό, και την εμπρηστική και εθνικολαϊκιστική αντιπολίτευση της περιόδου 1990-93. Μέσα από την περιπετειώδη αυτή διαδρομή, προσεγγίζει σταδιακά την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, σε μια Ελλάδα που έχει πια προσδεθεί στην ευρωπαϊκή πορεία.

Αυτή λοιπόν ήταν η πρόκληση της προσαρμογής. Η οποία είχε ένα ως τελικό στόχο μια διττή «κανονικότητα». Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, το ΠΑΣΟΚ:

να είναι ένα κανονικό ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα και η Ελλάδα μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα.

Θα έλεγα ότι το πρώτο επιτεύχθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό από το δεύτερο.

2. Η πρόκληση της ενσωμάτωσης (στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και την νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα της στενότερης ενοποίησης και του ευρώ) (1994-2009)

Η απροθυμία και οι παλινωδίες της προηγούμενης περιόδου, δίνουν τη θέση τους σε μια αμετακίνητη πρόσδεση του ΠΑΣΟΚ στην υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς μοναχικές διαφοροποιήσεις.

Το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1990, μετακινούμενο προς την Ευρώπη, γίνεται ο κύριος συντελεστής της μετεξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας σε μια από τις πιο ένθερμα φιλοευρωπαϊκές. Βοηθούν σε αυτό οι καθαρές εισροές κοινοτικών πόρων. Βοηθά όμως ακόμα πιο καθοριστικά η σύνδεση, για πρώτη φορά, του ΠΑΣΟΚ με ένα συγκροτημένο όραμα ευρωπαϊσμού, που ταυτίστηκε με την ηγεσία του Κώστα Σημίτη. Ο εξευρωπαϊσμός της χώρας γίνεται συνώνυμος με τον συνολικό εκσυγχρονισμό της (θεσμικό, οικονομικό, κοινωνικό).

Σκοπός είναι όχι απλώς η κανονικότητα, αλλά η πλήρης ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Στον στενότερο πυρήνα της ενοποίησης, που είναι το ευρώ.

Ο οικονομικός εκσυγχρονισμός της χώρας οδηγείται από δυο κομβικά ευρωπαϊκά προγράμματα:

Το πρόγραμμα της «ενιαίας αγοράς», που ολοκληρώνεται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990.

Το πρόγραμμα της ονομαστικής σύγκλισης με τα κριτήρια της «οικονομικής νομισματικής ένωσης» (ΟΝΕ), που ολοκληρώνεται με την επιτυχή ένταξη της χώρας στο ευρώ το 2001.

Την περίοδο μετά το 1994, το ΠΑΣΟΚ οδηγεί τη μετάβαση σε πρωτογενή πλεονάσματα (που διατηρήθηκαν μέχρι το 2002) και σε χαμηλό πληθωρισμό.

Τα δύο αυτά κομβικά προγράμματα ευρωπαϊκής ενοποίησης οδηγούν την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας και της χώρας, αλλά του ίδιου του ΠΑΣΟΚ.

Έτσι η σημασία της Ευρώπης είναι καταλυτική προκειμένου να συμφιλιωθεί το ΠΑΣΟΚ με την πραγματικότητα της αγοράς και τους περιορισμούς της οικονομικής διεθνοποίησης. Σε αυτή την «πρόκληση της σύγκλισης και της ενσωμάτωσης», το ΠΑΣΟΚ και η χώρα τα κατάφεραν πολύ καλά με την ονομαστική σύγκλιση και ένταξη στην ΟΝΕ. Δεν τα κατάφεραν καθόλου καλά με την πραγματική παραγωγική, διαρθρωτική σύγκλιση. Θυμίζω την απορριφθείσα μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού επί Τάσου Γιαννίτση, και τόσες άλλες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που ούτε καν επιχειρήθηκαν και υπό συνθήκες συμπυκνωμένου χρόνου βιώνει η χώρα τα τελευταία 3 χρόνια (από τη φορολογική διοίκηση και το ασφαλιστικό μέχρι την ανώτατη εκπαίδευση και την υγεία).

Η μεταρρυθμιστική αδράνεια της δεκαετίας του 2000, σε συνδυασμό με τις τεράστιες δομικές αδυναμίες και παραλείψεις της ευρωζώνης, και βέβαια οι μακρές δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και κράτους, εξέθρεψαν τη φοβερή κρίση που βιώνουμε μετά το κραχ δημόσιου χρέους της χώρας το 2010.

Η μακροοικονομική απόκλιση επρόκειτο να αποκτήσει χαρακτηριστικά εκτροχιασμού το 2007-2009.

3. Η πρόκληση της μεταρρύθμισης με προοδευτικό πρόσημο (μετά το 2010)

Μετά το 2010 ανακαλύψαμε ότι δυστυχώς ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής κοινωνίας ήταν εξαιρετικά επιφανειακός. Επρόκειτο να ξεφτίσει, μαζί με ό,τι απέμεινε από το επίπλαστο μοντέλο ευημερίας, που φτιάχτηκε από τη φούσκα του φτηνού δανεισμού, και βέβαια οδηγήθηκε εκτός ελέγχου, χωρίς φρένα, τα χρόνια αμέσως πριν από το κραχ του 2009.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγήσω γιατί το έτος 2010 είναι ορόσημο. Και γιατί ούτε μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε απλώς η ευρύτερη κεντροαριστερά, ούτε μόνο ο μεταρρυθμιστικός, προοδευτικός χώρος, αλλά η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία έχουν μπροστά τους τη μεγαλύτερη πρόκληση της μεταπολίτευσης μετά την εδραίωση της δημοκρατίας και την εισδοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Θα έλεγα χωρίς υπερβολή ότι η πρόκληση είναι η ίδια η υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως την γνωρίσαμε μετά το 1974 (που παρά τις βαριές αδυναμίες ήταν η πληρέστερη δημοκρατία που είχε ποτέ η Ελλάδα) και η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ταυτότητας της χώρας.

Και η υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής ταυτότητας περνά και από τη δυνατότητα της κεντροαριστεράς να ανταποκριθεί σε μια μεγάλη πρόκληση μεταρρύθμισης, με προοδευτικό πρόσημο. Μεταρρύθμιση της ελληνικής οικονομίας• μετάβαση σε νέο εξωστρεφές, βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο. Αλλά και πρόκληση της μεταρρύθμισης της ευρωζώνης, όπου ξανά η Ελλάδα συναντάται με τις δυνάμεις του ευρωνότου, όπως στη δεκαετία του ’80 (ΜΟΠ και διαρθρωτικά ταμεία) -η συντονισμένη δράση του νότου προβάλλει ως εξαιρετικά σημαντική αύριο.

Χρειάζεται ένα διαφορετικό αναπτυξιακό υπόδειγμα για την Ελλάδα: με μεταρρυθμίσεις, εξωστρέφεια και δημοσιονομική μεταρρύθμιση του κράτους -ώστε να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Χρειάζεται να μπει μπροστά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων, που είναι αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και θεμελίωσης της αναπτυξιακής προσπάθειας και όχι απλώς φορολογικής εξυγίανσης.

Χρειάζεται νέο κοινωνικό κράτος, πραγματική κοινωνική προστασία των αδυνάτων και δίχτυ ασφάλειας. Αποτελεί άμεσο κοινωνικό πρόβλημα η νέα τάξη των νεόπτωχων, που γλιστρούν μέσα από το δίχτυ, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι, που κατά 80% δεν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας.

Χρειάζεται διαρκής ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Κεφαλαιώδους σημασίας προτεραιότητα είναι η διατήρηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της παράταξης και της κοινωνίας. Δεν είναι εύκολο. Τελειώνουμε με τον αυτονόητο ευρωπαϊσμό, που συντηρούσαν οι καθαρές κοινοτικές εισροές.

Στα μάτια πολλών συμπολιτών μας, η ΕΕ δεν είναι πια αυτή των ευκαιριών, των ανοιχτών συνόρων, της ευημερίας. Στα μάτια πολλών ταυτίζεται με τις ουρές των ανέργων και την ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου. Και λανθασμένα βλέπουν την ΕΕ ως την αιτία. Πυκνώνουν οι Σειρήνες του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, της Γερμανοφοβίας, του ιστορικού αταβισμού, της ραγδαίας ανόδου του εξτρεμισμού.

Είναι ευθύνη λοιπόν της και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής παράταξης να αναλάβει πρωτοβουλίες για μεταρρύθμιση της ΟΝΕ, μαζί με άλλες κυβερνήσεις του νότου. Έχει ένα πλεονέκτημα αυτός ο χώρος: ότι έχει ενσωματώσει την πραγματικότητα της αγοράς αλλά χωρίς τον φετιχισμό των άκριτων οπαδών της και κομίζει την ανάγκη υπεράσπισης της κοινωνικής συνοχής και των κοινωνικά αδυνάτων, μαζί με την ανάγκη ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, με κανόνες ρύθμισης των χρηματαγορών.

Πέφτει στους ώμους της σοσιαλδημοκρατίας και του προοδευτικού μεταρρυθμιστικού κέντρου να σώσουν την χαμένη τιμή της Ευρώπης. Να διασώσουν το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Να καταστήσουν, μεταξύ άλλων ως αναγκαία προϋπόθεση, βιώσιμο το ευρώ.

Θυμίζω ότι η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της περιφέρειας είδαν στο ευρώ τα πλεονεκτήματα της νομισματικής σταθερότητας αλλά και των χαμηλών επιτοκίων. Εάν όμως τα επιτόκια του νότου δεν συγκλίνουν κοντύτερα σε εκείνα του βορρά, αν το «σπρεντ» δεν μειωθεί -όχι στα μηδενικά επίπεδα προ του 2008, αλλά πάντως σε 1-2 ποσοστιαίες μονάδες, τότε οι συνθήκες για τις οικονομίες του νότου θα είναι μονίμως υφεσιακές, και χωρίς επαρκή εργαλεία προσαρμογής.

Αυτό δεν θα γίνει χωρίς τα γενναία βήματα τραπεζικής και δημοσιονομικής ενοποίησης. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να προωθήσει αυτές τις προτάσεις, σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις του νότου και τις πολιτικές δυνάμεις του ευρωπαϊστικού και προοδευτικού τόξου, και να τις προχωρήσει ακόμα μακρύτερα. Χωρίς ισχυρά αναδιανεμητικά στοιχεία, που θα είναι μόνιμο μέρος του οικονομικού πυλώνα της ΟΝΕ, το ευρώ δεν θα είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο.

Η ατζέντα της ευρωπαϊκής αναδιανομής είναι δημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας αλλά δύσκολο να προαχθεί στην Ευρώπη. Όμως η ευρωπαϊκή αποστολή της ελληνικής κεντροαριστεράς δεν είναι μόνο να πείσει τους Ευρωπαίους για μια νέα, υπό όρους, στόχευση επενδυτικών πόρων προς το νότο, για να αντιμετωπιστεί η παρούσα δεινή ύφεση και ανεργία. Είναι πρωτίστως να πείσει τους Έλληνες ότι η συμμετοχή μας στην Ευρώπη του ευρώ συνεπάγεται έναν διηνεκή ορίζοντα πρωτογενών πλεονασμάτων και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Και μια πολιτική τεχνολογία διαρκούς μεταρρύθμισης. Όχι επειδή το επιβάλλει η τρόικα και το «μνημόνιο», που κάποια στιγμή θα απέλθουν. Αλλά επειδή αυτοί είναι οι νομοθετημένοι κανόνες της ευρωζώνης. Και αυτή είναι η πραγματικότητα του ευρωπαϊκού και διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού.

Αυτό σημαίνει εξίσου έναν λόγο δημοσιονομικής υπευθυνότητας και μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό, και αλληλεγγύης στην Ευρώπη.

Αυτό διαφοροποιεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή και ευρωπαϊστική σοσιαλδημοκρατία από άλλους πολιτικούς χώρους: οι συντηρητικοί αντιλαμβάνονται την Ευρώπη μόνο ως δημοσιονομική πειθαρχία και μίνιμουμ κανόνες. Η υπερφίαλη αριστερά επιζητά μόνο την κοινοτική αλληλεγγύη και την αναδιανομή πόρων, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να έχουν ως προϋπόθεση τα υγιή δημοσιονομικά και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Μόνο μια ανοιχτόμυαλη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και μέρος της ευρωπαϊκής κεντρώας και φιλελεύθερης οικογένειας, μπορούν να πραγματοποιήσουν με πειστικότητα την αναγκαία σύνθεση εθνικής υπευθυνότητας και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Ιδίως όταν έχουν ήδη δοκιμαστεί στο αμόνι του πολιτικού κόστους, της πιο οδυνηρής οικονομικής πολιτικής που έχει εφαρμοστεί στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες.

Το ΠΑΣΟΚ και η ευρύτερη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά πρέπει να πετύχουν σχεδόν έναν τετραγωνισμό του κύκλου. Να διατηρήσουν τον ενθουσιασμό και τη δέσμευση στην ευρωπαϊκή υπόθεση και στο ευρώ, την ώρα που η Ευρώπη κλονίζεται στην ικανότητά της να υπερασπιστεί τα ίδια τα ευρωπαϊκά κεκτημένα και το ευρώ αδυνατεί να προχωρήσει στις πολιτικές εκείνες που θα το καταστήσουν μακροπρόθεσμα βιώσιμο.

Δηλαδή σήμερα που η ΕΕ σημαδεύεται από τη μεγαλύτερη αποτυχία της ιστορίας της, που είναι η κρίση διακυβέρνησης της ΟΝΕ, σήμερα -περισσότερο παρά ποτέ- πρέπει η ευρύτερη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά να διατηρήσει την αγωνιστική αφοσίωσή της στην ευρωπαϊκή υπόθεση• να παραμείνει ο ηγεμονικός φορέας του ευρωπαϊκού οράματος στην ελληνική κοινωνία.

http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=8771&LID=1