Η κρίση και ο Μεγαλέξανδρος – Καθημερινή 18/04/2009

Κάθε πολιτική συγκυρία έχει τις προκλήσεις της. Το 1974 ήταν η εμπέδωση της δημοκρατίας. Το 1981 η αλλαγή. Το ’90 η είσοδος στην ΟΝΕ, έπειτα οι Ολυμπιακοί. Σήμερα, θεμελιώδης εθνική προτεραιότητα είναι πώς θα βγούμε από την πολλαπλή (θεσμική, πολιτική, οικονομική) κρίση που μας περιβάλλει. Πτωτικές οι συλλογικές φιλοδοξίες. Οπως θα έλεγε ο Paul Valery, «δυστυχώς το μέλλον δεν είναι αυτό που κάποτε ήταν»…

Πέρυσι η «Κ» δημοσίευσε μια εντυπωσιακή έρευνα. Η κοινή γνώμη αναδείκνυε τον Ανδρέα Παπανδρέου ως καλύτερο πρωθυπουργό από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή του 1974-81, και τον νυν πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή καλύτερο από τον Κώστα Σημίτη. Τείνουμε, φαίνεται, να προτιμάμε εκείνους που μας κάνουν να αισθανόμαστε σπουδαίοι, από εκείνους που οργανώνουν καλύτερα τον εθνικό μας βίο. Οταν όμως η σκόνη καθίσει, αυτό που τελικά μένει είναι ο απολογισμός διακυβέρνησης και πεπραγμένων.

Τόσο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όσο και ο Κώστας Σημίτης, οι δύο κατεξοχήν ευρωπαϊστές πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης, είχαν ένα κοινό: πρόσδεσαν στέρεα την Ελλάδα στο άρμα της Ευρώπης, για να μας εξασφαλίσουν από τις εγχώριες δυνάμεις της πολιτικής εντροπίας. Αν χωρίζαμε τους ηγέτες μας σε εκείνους που κατανάλωσαν και σε εκείνους που επένδυσαν, αυτοί οι δύο κατεξοχήν επένδυσαν: γνωρίζοντας «ποια είναι η Ελλάδα» (των εργολάβων, των μιζαδόρων, των υπουργών που προικοδοτούν τις θυγατέρες τους δαπάναις του ελληνικού δημοσίου) αγόρασαν ασφάλεια για τη χώρα.

Χάρη στην επένδυση αυτή, υπάρχει σήμερα ένα πράγμα που χωρίζει την ελληνική οικονομία από την κατάρρευση, και αυτό λέγεται Ευρωπαϊκή Ενωση. Το ευρώ δεν είναι απλώς καταφύγιο από την καταιγίδα της κρίσης. Παρέχει και την έμμεση διασφάλιση ότι μια αδυναμία πληρωμών θα αποτρεπόταν από τους εταίρους διότι θα έπληττε την αξιοπιστία του δικού τους νομίσματος. Δεν προσδεθήκαμε απλώς στην Ευρώπη. Προς δυσάρεστη έκπληξη των εταίρων μας, συνδέσαμε και την τύχη της Ευρωζώνης με τη δική μας.

Ακόμα και οι «εγγυήσεις» αυτές όμως περιορισμένη χρησιμότητα έχουν σε μια κρίση σαν τη σημερινή. Στις πιο σκοτεινές στιγμές του αγώνα του, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αντλούσε αισιοδοξία ανατρέχοντας στα λόγια ενός πρώην σκλάβου: «δεν είμαστε αυτό που θα ’πρεπε, και δεν είμαστε αυτό που θέλουμε, και δεν είμαστε αυτό που θα γίνουμε. Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν είμαστε αυτό που ήμασταν».

Η πρόοδος είναι συνήθως μια σειρά υπομονετικών, σταδιακών βημάτων, αλλά την αίσθησή της διαταράσσει η συνολική οπισθοδρόμηση ή το συνολικό αδιέξοδο. Είμαστε σίγουρα καλύτερα από ό,τι ήμασταν 30 ή 20 χρόνια πριν. Είμαστε όμως καλύτερα απ’ ό,τι ήμασταν 10 ή 5 χρόνια πριν;

Οι κοινωνιολόγοι γνωρίζουν ότι η σχετική ευημερία, όπως και η σχετική στέρηση, έχουν συχνά μεγαλύτερη σημασία από την απόλυτη. Αποκτούμε συναίσθηση της κατάστασής μας συγκρίνοντας με το παρελθόν ή με τους άλλους. Η σχετική στέρηση μπορεί να παράγει εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα. Δεν είναι η ανέχεια καθεαυτή, αλλά η συγκριτική επιδείνωση της κατάστασης έπειτα από μια πρόσκαιρη βελτίωση, και η επακόλουθη απότομη απόκλιση προσδοκιών και πραγματικότητας, που οδηγεί σε κοινωνική αναταραχή. Η ημιτελής προσέγγιση και απώλεια της ευημερίας παράγει δυσαρέσκεια πολύ οξύτερη από μια ευημερία που ποτέ δεν προσεγγίστηκε.

Με άλλα λόγια, αυτό που εντείνει την κρίση δεν είναι μόνο η αγωνιώδης διεκδίκηση του αυτονόητου: η αστυνομία να συλλαμβάνει τους καταστροφείς, τα πανεπιστήμια να λειτουργούν, οι λεωφορειόδρομοι να εξυπηρετούν τα λεωφορεία και όχι τα ταξί, οι βουλευτές να υπόκεινται στους ίδιους νόμους του κράτους δικαίου. Η κρίση είναι αφόρητη διότι η υπόλοιπη Ευρώπη έχει προ πολλού επιλύσει τα ζητήματα αυτά, αλλά και διότι εμείς, πολύ πρόσφατα, ήμασταν συγκριτικά καλύτερα. Η αστυνομία έπιανε τους εγκληματίες, το κράτος έδειχνε να λειτουργεί, ο πλούτος παρά τη διαφθορά διαχεόταν, το φρέσκο κεκτημένο της ΟΝΕ δικαιολογούσε μια αίσθηση προσδοκίας σε ένα ευρωπαϊκό μέλλον.

Στο πλαίσιο αυτό έχει ενδιαφέρον μια γραφική λεπτομέρεια. Στην ψηφοφορία του ΣΚΑΪ «Μεγάλοι Ελληνες», ο Μέγας Αλέξανδρος προηγείται. Η συγκυρία κραυγάζει για σύγχρονη διακυβέρνηση και ορθολογική ανόρθωση των θεσμών, κι εμείς δραπετεύουμε ρομαντικά σε έναν μυθοποιημένο στρατηλάτη της αρχαιότητας! Η κοινωνία μας αποτυγχάνει δραματικά στις στοιχειώδεις προκλήσεις της νεωτερικότητας και καταφεύγει στην παραμυθία της ιστορικής μεγαλαυχίας. Θυμίζει τον ψυχίατρο που λέει στον ασθενή του: «Εχω καλά και κακά νέα. Τα κακά: πάσχεις από σύνδρομο ανωτερότητας. Τα καλά: μην ανησυχείς, δεν στηρίζεται σε καμία πραγματική βάση…».

Γι’ αυτό, ένα είναι το συμπέρασμα: ψήφο στον Καποδίστρια!

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/04/2009_311623