Η κρίση ως απουσία αφηγήματος – Καθημερινή 09/08/2009

Η αφήγηση είναι η συγκολλητική δύναμη της κοινωνίας. Μέσα από τις ιστορίες καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Τα αφηγήματα οικοδομούν ταυτότητα. Μπορείς να αισθανθείς Ελληνας έξω από ένα αφήγημα εθνικής ιστορίας; Μπορείς να διανοηθείς την αριστερά χωρίς το παρελθόν των διώξεων και της αντίστασης; Τι θα ήταν ο καπιταλισμός χωρίς το αφήγημα του ριψοκίνδυνου, καινοτόμου επιχειρηματία; Θα υπήρχε σοσιαλισμός χωρίς το αφήγημα της κοινωνικής αδικίας; Τα κοινά αφηγήματα συγκρατούν οικογένειες. Οι κοινές ιστορίες δένουν τους ανθρώπους μεταξύ τους. Η ζωή βιώνεται προς τα μπρος αλλά κατανοείται προς τα πίσω.

Εξω από κάποιο αφήγημα, τα συμβάντα αδυνατούν να εντυπωθούν στη συνείδησή μας. Συγκρατούμε περιστατικά όταν τα συνδέουμε με άλλα σε ενιαίες ιστορίες. Αποκομμένα και μεμονωμένα τα γεγονότα ξεγλιστράνε από τη μνήμη μας. Ο νους έχει την τάση να σκέφτεται με όρους αλληλουχίας. (Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το τυχαίο και συμπτωματικό). Χωρίς ιστορίες είναι αδύνατη η ανθρώπινη γνώση και ανέφικτη η οικοδόμηση στόχων και φιλοδοξιών.

Σημαντικοί ηγέτες έφτιαξαν το δικό τους αφήγημα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την Ελλάδα που ανήκει στη Δύση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου την Ελλάδα που ανήκει στους Ελληνες και την Αλλαγή που θα φέρει τους «μη προνομιούχους» στην εξουσία. Ο Σημίτης τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ο Ομπάμα, που έγραψε την προσωπική του ιστορία σε βιβλίο, ενσαρκώνει ο ίδιος το απόλυτο αφήγημα: ο καλός που υπερπηδά την κοινωνική προκατάληψη και νικά τους κακούς.

Οι πολιτικοί μας δεν αφηγούνται πια. Δεν φτιάχνουν ιστορίες – και οι ιστορίες στις οποίες τελευταία πρωταγωνιστούν είναι από κείνες που θα προτιμούσαν να μη γνωρίζουμε. Η κοινωνία δεν συγκροτεί πια ισχυρά αφηγήματα. Συμβαίνει συχνά σε ώριμες κοινωνίες ευημερίας. Οι ζωές των παππούδων μας δημιουργούσαν συναρπαστικές ιστορίες. Ξεκίνησαν στη στέρηση, πάλεψαν με φτώχεια, πόλεμο, πολιτική καταπίεση, για να φτάσουν στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα. Οι σημερινοί τριαντάρηδες, σαραντάρηδες, πενηντάρηδες δεν έχουν (ευτυχώς!) κάτι αντίστοιχο να διηγηθούν – εκτός ίσως από κάποιο γερό φοιτητικό χαβαλέ, μια τρελή επένδυση ή κανένα ατύχημα στο rafting. Η μήτρα της αφηγηματικής πλοκής, «από τα χαμηλά στα ψηλά», «από τα κουρέλια στα πλούτη», τείνει να εκλείπει. (Υπάρχει και η κοινωνική διολίσθηση, που αγγίζει όλο και ευρύτερα μεσοστρώματα, αλλά αυτή δεν συνιστά συναρπαστικό αφήγημ.) Σε μια – δυο δεκαετίες, τα πιο ενδιαφέροντα αφηγήματα της κοινωνίας μας θα είναι οι ιστορίες των σημερινών μεταναστών.

Μπορεί να υπάρξει έξοδος από την κρίση χωρίς πειστικό συλλογικό αφήγημα; Η «κατακερματισμένη κοινωνία», που γράφει ο Θάνος Βερέμης («Καθημερινή», 2.8.2009), είναι, με άλλους όρους, η υποχώρηση του καθενός στο αποκλειστικό ατομικό ή οικογενειακό του αφήγημα. «Να τα βγάλουμε πέρα…». Ατομικές ιστορίες επιτυχίας με κάθε τίμημα ή απλώς επιβίωσης, που δεν αθροίζονται πια σε κοινωνική προκοπή. Απουσιάζει η συγκολλητική ουσία μιας αίσθησης κοινής προοπτικής και συλλογικού προορισμού, που μόνο οι ηγετικές ομάδες μιας κοινωνίας μπορούν να δημιουργήσουν. Οταν αυτές αποτυγχάνουν, η δημόσια σφαίρα κατακερματίζεται σε μια αφηγηματική κακοφωνία. Από δω οι ξύπνιοι πολιτικοί, από κει οι θεομπαίχτες ρασοφόροι, παραπέρα οι νονοί που πουλούν προστασία, παρακάτω ο αμοράλ καθηγητής που πουλάει τα θέματα στους «επιτυχημένους» γονείς για να αγοράσουν κοινωνική καταξίωση στους ατάλαντους βλαστούς τους…

Ανίκανη να συγκροτήσει πειστικό συλλογικό αφήγημα, η πολιτική ηγεσία αναζητεί καταφύγιο στη μυθοπλαστική θαλπωρή της αρχαιότητας. Μουσείο της Ακρόπολης, «ζώνες πολιτισμού» στα σχολεία της χώρας «που γέννησε τον πολιτισμό», το «κλέος των προγόνων». Και όταν τα ιστορικά γεγονότα χαλάνε την εξωραϊσμένη αφήγηση (οι φανατικοί πρωτοχριστιανοί γκρέμιζαν, φευ, τα αρχαία) τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα… Ούτως ή άλλως, η αρχαιότητα είναι πολύ μακρινή για να υποκαταστήσει την απουσία σύγχρονου δημόσιου αφηγήματος. Ο σημερινός Ελληνας δεν ταυτίζεται εύκολα με τον Πλάτωνα και τον Ευριπίδη – ορισμένοι που το επιχείρησαν κατέληξαν αρμοδιότητα των ψυχιάτρων.

Ομως, μέσα από την κακοφωνία, μπορεί κανείς να αφουγκραστεί αμέτρητες «μικρές» ιστορίες, σεμνά κοιτάσματα εθνικού πλούτου. Από τον 28χρονο Κωνσταντίνο, που βραβεύτηκε διεθνώς για τη διατριβή του στο Μπέρκλεϊ και εκλέχθηκε διδάσκων στο ΜΙΤ, μέχρι τον δάσκαλο που αφιερώνει παραπάνω χρόνο στους μαθητές του, τη νοσοκόμο που σκύβει με καλοσύνη στον ασθενή, την υπάλληλο που εξυπηρετεί ευσυνείδητα τους πολίτες, κάνοντας απλώς «καλά τη δουλειά της». Οταν, τον Σεπτέμβρη, οι πολιτικοί μας επιστρέψουν σε μια οικονομία καταρρέουσα και μια κοινωνία θυμωμένη, σε αυτό το σύγχρονο εθνικό κεφάλαιο πρέπει να στραφούν, από αυτό να αντλήσουν ένα νέο θετικό αφήγημα για τον τόπο.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_09/08/2009_325148