Η νύχτα που νίκησε τον κυνισμό – Καθημερινή 09/11/2008

Ηταν γλυκιά η νύχτα της 4ης Νοεμβρίου στη χώρα που τόσο γοητεύεται από την πάλη του καλού με το κακό. Που φενακίζεται συχνά ότι πολεμά τις δυνάμεις του κακού, αλλά κατέληξε με τη φαύλη φατσούλα του απερχόμενου Τζορτζ Μπους να προσωποποιεί τη χειρότερη δυνατή κυβέρνηση. Ο θρίαμβος του Μπαράκ Ομπάμα ήταν η τέλεια εκδίκηση του καλού. Η πραγματικότητα, βέβαια, τα επόμενα χρόνια θα προσγειώσει πολλές από τις προσδοκίες. Αλλά αυτό που εκτυλίχθηκε την περασμένη Τρίτη και όλο το διάστημα της υποψηφιότητας Ομπάμα ήταν ένα θαύμα αναγέννησης της δημοκρατικής πολιτικής: ως δύναμης που όχι απλώς απαντά στις προτιμήσεις των εκλογέων, αλλά αλλάζει την κοινωνία και τους πολίτες. Κάθε τριάντα – σαράντα χρόνια συντελείται μια σεισμική αλλαγή στο εσωτερικό της Αμερικής, με ευρύτερες συνέπειες για τον δυτικό κόσμο. Ο Ομπάμα έχει την ευκαιρία να γίνει ένας μεγάλος πρόεδρος, γιατί, όπως ο Ρούσβελτ το 1932, αναλαμβάνει σε συνθήκες καταστροφικής κρίσης. Θα επικεντρωθώ σε δύο μεγάλες διαφαινόμενες μεταβολές: 1) στη σχέση οικονομίας – κοινωνίας και 2) στη σχέση κοινωνίας – πολιτικής.

1. Κάθε κυβέρνηση Δημοκρατικών ενδυνάμωνε τον κοινωνικό προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής, η παρούσα κρίση όμως επιτάσσει πολλαπλάσια έμφαση. Χάρη στην έγκαιρη αντίδραση των οικονομικών και νομισματικών αρχών, η κρίση δεν θα έχει το βάθος της Μεγάλης Υφεσης που ακολούθησε το κραχ του 1929. Ομως η κατανομή του εισοδήματος στη σημερινή Αμερική έχει επιστρέψει ακριβώς στα επίπεδα του 1928: σήμερα, όπως και τότε, το πλουσιότερο 1% των Αμερικανών κατέχουν 23-24% του εθνικού εισοδήματος! (Μεταξύ 1940 και 1984, το ποσοστό αυτό ποτέ δεν ξεπέρασε το 15%). Πώς συνέβη αυτό; Σταδιακά κατά τις δεκαετίες ’80 και ’90, και με ραγδαίους ρυθμούς μετά την εκλογή Μπους. Μεταξύ 2000 και 2006 η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 18%, αλλά το πραγματικό εισόδημα του μέσου (διάμεσου) εργαζόμενου νοικοκυριού έπεσε κατά 1,1%. Την ίδια ώρα, το πλουσιότερο 10% βελτίωσε το εισόδημά του κατά 32%, το πλουσιότερο 1% κατά 203%, και το πλουσιότερο 0,1% κατά 425%! (Financial Times, 29.10.2008).

Η πολιτική Ομπάμα υπόσχεται να ενισχύσει τους φτωχότερους και τη μεσαία τάξη και να χρηματοδοτήσει την υγεία, την εκπαίδευση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περικόπτοντας στρατιωτικές δαπάνες και αυξάνοντας τη φορολόγηση των εισοδημάτων άνω των 250.000 δολαρίων. Ετσι, μετά την επέκταση του αναδιανεμητικού κράτους κατά τις δεκαετίες ’30 – ’70 και την αποδυνάμωσή του μεταξύ 1980-2008, δημιουργούνται σήμερα οι προϋποθέσεις (και με Δημοκρατικό Κογκρέσο) για μια νέα μετακίνηση του εκκρεμούς προς την αναδιανομή, που θα επιτρέψει στην Αμερική να συγκλίνει κάπως προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

2. Η δεύτερη μεγάλη μεταβολή αφορά τη σχέση κοινωνίας και πολιτικής. Μετά το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ, η εμπιστοσύνη των Αμερικανών στην κυβέρνησή τους και στο σύστημα κατέρρευσε. Επειτα ήρθε η αποπολιτικοποίηση, το αντιφορολογικό κίνημα και η ρεϊγκανική νέα δεξιά («το κράτος δεν είναι η λύση, είναι το πρόβλημα») και αποτέλειωσαν την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Με τον Μπους έπιασε πάτο.

Σε αυτήν την κατώτατη στιγμή ανυποληψίας της κυβέρνησης και της πολιτικής ήρθε το φαινόμενο Ομπάμα. Η εκλογή του σηματοδοτεί την ανάδυση ενός πρωτόγνωρου ενθουσιασμού για τα κοινά, ενός νέου πατριωτισμού του πολίτη. Είναι η στιγμή που ο φιλελεύθερος ατομικισμός των δεκαετιών ’80 και ’90 συναντά τον φιλελεύθερο κοινοτικισμό (liberal communitarianism). Οπως σημείωνε ο πολιτικός φιλόσοφος Michael Sandel, «η εκστρατεία του Ομπάμα ξύπνησε έναν υπνώττοντα πολιτικό ιδεαλισμό, μια δίψα των Αμερικανών να υπηρετήσουν ένα σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους, μια λαχτάρα να ξαναγίνουν πολίτες».

Αυτή η αφύπνιση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τον συμβολισμό και τη χαρισματική προσωπικότητα του Ομπάμα: τη διανοητική συγκρότηση, τη βαθιά επίγνωση των ζητημάτων, την αποφασισμένη αυτοσυγκράτηση, τον μαγνητισμό της επικοινωνίας, την ανθρώπινη ευγένεια, την ακτινοβολία υψηλών αξιών και πολιτικού ήθους. Επαιξε καθαρά, εφάρμοσε, όμως, την αρχή του Αντλάι Στίβενσον: «Αν οι αντίπαλοί μου συνεχίσουν να λένε ψέματα για μας, θα εξακολουθήσω να λέω την αλήθεια γι’ αυτούς»! Χρειαζόταν αυτή η ακτινοβολία της υπεροχής για να αντέξει τις δυνάμεις του ευτελισμού και της κυνικής αποδόμησης.

Σε κοινωνίες με υγιείς δυνάμεις όπως η Αμερική του Ομπάμα, ο κυνισμός είναι η δηλητηριώδης αντίδραση όσων βρίσκονται στη λάθος πλευρά της ιστορίας. Σε άλλες, βέβαια, όπως η δική μας, ο κυνισμός είναι ένα έσχατο καταφύγιο αξιοπρέπειας του πολίτη απέναντι στην ανεπάρκεια των κυβερνώντων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_09/11/2008_291527