Η τρόικα και το φρένο – Καθημερινή 20/02/2011

Αν και είναι ακόμη νωρίς, η πορεία των πραγμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνει ένα πάγιο γνώρισμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης: στις μεγάλες κρίσεις αντιδρά υποτονικά, αμήχανα και καθυστερημένα, μπερδεύει τα βήματά της, αναδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων, απογοητεύει όσους πίστεψαν σε αυτήν. Στη συνέχεια όμως, η παράταση της κρίσης πείθει τους πιο απρόθυμους για την ανάγκη δράσης, μετατρέπει τη διάχυτη απογοήτευση σε ενέργεια, κινεί πρωτοβουλίες, οικοδομεί σταδιακά συναινέσεις. Και κάποια στιγμή, νωρίτερα ή αργότερα, η Ευρώπη ξαναβρίσκει το βηματισμό της, χρησιμοποιώντας την κρίση ως εφαλτήριο για ένα νέο άλμα ολοκλήρωσης.

Κάτι τέτοιο βρίσκεται τώρα στα χαρτιά, στα κείμενα εργασίας και τα non papers που πάνε κι έρχονται με ζωηρούς ρυθμούς μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αξιωματούχων. Κινητήριος δύναμη ολοκλήρωσης στην Ευρωζώνη δεν είναι πια το φεντεραλιστικό όραμα ή ο ιδεαλισμός μιας πολιτικής Ενωσης. Αυτό παρήλθε, με την τιμητική αποστρατεία των τελευταίων Ευρωπαίων πολιτικών της μεταπολεμικής γενιάς. Κινητήριος δύναμη τώρα, που συσπειρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κινητοποιεί (επιτέλους) τη Γερμανία να αναλάβει τις ευθύνες της, είναι το τεράστιο αποτρεπτικό κόστος της διάλυσης, σε έναν κόσμο εντεινόμενα διπολικό, στον οποίο η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει την ενότητα, συνοχή και ακεραιότητα του ενιαίου νομίσματός της, εάν θέλει να παραμείνει παγκόσμια οικονομική δύναμη. Αυτό το ωμά ρεαλιστικό όραμα περιέχει και μια ξεκάθαρη αξιολογική επιλογή: συγκρινόμενη με τους δύο ανταγωνιστικούς εναλλακτικούς πόλους, ΗΠΑ και Κίνα, η Ευρώπη εξακολουθεί να προσφέρει το πιο ελκυστικό και ισορροπημένο μοντέλο κοινωνικής οικονομίας της αγοράς (ιδίως τώρα που αφηνιασμένοι Ρεπουμπλικανοί επανακατέλαβαν το Κογκρέσο…).

Αν όχι στα πρόθυρα διάλυσης, πάντως, στη δίνη καταστροφολογίας βρέθηκε η Ευρωζώνη τον τελευταίο χρόνο. Με θρασείς τριαντάρηδες κερδοσκόπους να σορτάρουν το ευρώ και ευφάνταστους αναλυτές να εξυφαίνουν σενάρια επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Η φαντασία καλπάζουσα, αλλά και το φιάσκο δεν ήταν καθόλου αμελητέο. Ας εξαιρέσουμε την ελληνική δημοσιονομική τραγωδία, πρωτίστως εγχώριας κοπής, η κρίση χρέους στις άλλες χώρες της περιφέρειας ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτυχία της ΟΝΕ. Προήλθε από αδυναμία να εφαρμόσει τους κανόνες που είχε θεσπίσει, αλλά και εγγενείς ατέλειες κατασκευής.

Σε μια μάλλον σπάνια στιγμή λεκτικής ευστοχίας, ο επίτροπος Ολι Ρεν συνόψισε τους παράγοντες που συνέβαλαν στην κρίση της Ευρωζώνης: «Η πίεση των εταίρων δεν είχε δόντια. Η περίοδος της άνθησης δεν αξιοποιήθηκε για να μειωθεί το χρέος. Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες αγνοήθηκαν». Τι έλειπε από την Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ); Το ίδιο το «Ο» για αρχή. Οι ιδρυτές–πατέρες είχαν επίγνωση της έλλειψης, προσδοκούσαν όμως ότι η πρώτη μεγάλη κρίση θα έδινε την κρίσιμη μεγάλη ώθηση. Κι εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.

Η αποτυχία γεννά την ευκαιρία. Το γαλλογερμανικό «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας» εισάγει ένα πραγματικό «ο», μικρό έστω προς το παρόν, στην ΟΝΕ. Ναι, η πρόταση γράφει «Γερμανία» από πάνω ως κάτω. Ναι, δεν είναι καν βέβαιο ότι θα περάσει… Ναι, έχει ανεπάρκειες – αλλά και αρετές. Διορθώνει καίριες αδυναμίες της ΟΝΕ, καθιστώντας την πιο βιώσιμη και συνεκτική. Η θέσπιση συνταγματικού «φρένου χρέους» δένει την περιφέρεια στενότερα με την Ευρωζώνη. Υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ίσως οικονομικά λάθος. Για μια χώρα δημοσιονομικά χαλαρή όπως η Ελλάδα, παρέχει ένα χρήσιμο πλαίσιο μελλοντικής αυτοπειθαρχίας.

Η έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, η σύνδεση των μισθολογικών αυξήσεων με την παραγωγικότητα, η εναρμόνιση των ηλικιών συνταξιοδότησης, η καθιέρωση κατώτερων δεικτών για επενδύσεις σε έρευνα, εκπαίδευση και υποδομές, μια ελάχιστη φορολογική και ρυθμιστική εναρμόνιση ώστε να αποφεύγεται ο ακραίος φορολογικός ανταγωνισμός, η θέσπιση μόνιμου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) για τη διαχείριση ευρω-κρίσεων, όλα μαζί συνιστούν άλμα στενότερης οικονομικής διακυβέρνησης στη Ζώνη του Ευρώ. Για μια ελληνική οικονομία με πολλαπλές υστερήσεις, που γεννούσαν απόκλιση και απειλή περιθωριοποίησης, αυτό το άλμα ολοκλήρωσης ικανοποιεί πάγιες εθνικές μας επιδιώξεις.

Σε αυτή την αρχιτεκτονική των δύο πυλώνων («ευθύνης και αλληλεγγύης») θα προτιμούσαμε βέβαια έναν βαρύτερο πυλώνα αλληλεγγύης. Θα ήταν ευκταίο η Γερμανία να δεχόταν ακόμα δύο πράγματα: τον περιορισμό των μεγάλων εξωτερικών πλεονασμάτων – και όχι μόνο ελλειμμάτων. Και ένα αναπτυξιακό ευρω-ομόλογο ή την απελευθέρωση κοινοτικών πόρων για άμεσες επενδύσεις στη χειμαζόμενη από ύφεση ευρω-περιφέρεια. Θα ήταν ευκταία η διεκδίκηση των παραπάνω, ελάχιστα πιθανή η άμεση επίτευξή τους, αλλά διόλου απίθανη μια μελλοντική. Εξαρτάται από τον συντονισμό των χωρών της περιφέρειας.

Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, η Ελλάδα παραμένει κλειδωμένη σε μια αγωνιώδη αντίφαση. Από τη μια μεριά, η οικονομική κρίση μεγιστοποιεί την ευρωπαϊκή μας αλληλεξάρτηση, όχι μόνο για τη διευθέτηση του προβλήματος χρέους, αλλά για το περιεχόμενο της αυριανής ΟΝΕ που θα μας καθορίσει για πολλά χρόνια. Από την άλλη, την ίδια ώρα, η οικονομική κρίση επανεθνικοποιεί αγρίως την πολιτική, παροξύνοντας τις εγχώριες πολιτικές συγκρούσεις. Η ευκολία με την οποία τα στερεότυπα του εθνικού «ξεπουλήματος», της «απώλειας κυριαρχίας», των «τροϊκανών» «δυνάμεων κατοχής» κυρίευσαν τον δημόσιο διάλογο, με την πολιτικά άστοχη εμφάνιση των εκπροσώπων της τρόικας, δείχνει τις δυσκολίες πολιτικής διαχείρισης της συγκυρίας.

Αν η εγχώρια φασαρία αυξάνει την ευρωπαϊκή διαπραγματευτική μας δύναμη, έχει καλώς. Οχι, όμως, αν προοιωνίζεται υπαναχώρηση προς την ομφαλοσκόπηση και τον λαϊκισμό.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_20/02/2011_433358