Καπιταλισμός με περιορισμούς – Καθημερινή 01/07/2007

Θα ξεκινήσω με ένα κουίζ. Από ποια βρετανική εφημερίδα προέρχεται το παρακάτω απόσπασμα; «Ενας κόσμος στον οποίο μια παγκόσμια πλουτοκρατική τάξη πληρώνει χαμηλούς ή ανύπαρκτους φόρους, επωφελούμενη ωστόσο από τη σταθερότητα που εξασφαλίζει η φορολόγηση του “λαουτζίκου” (the little people), ένας τέτοιος κόσμος λοιπόν δεν είναι διατηρήσιμος». Είναι ο Socialist Worker; Η Morning Star (όργανο του βρετανικού κομμουνιστικού κόμματος); Ή έστω η κεντροαριστερή Guardian; Καμία από τις παραπάνω. Πρόκειται για το κύριο άρθρο των Financial Times της 25/6. Οταν η σοβαρότερη οικονομική εφημερίδα του αγγλόφωνου καπιταλισμού χρησιμοποιεί τέτοια γλώσσα, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά με τη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση.

Ολες οι σοβαρές μετρήσεις διεθνώς λένε περίπου την ίδια ιστορία: από το ’80-90 κι έπειτα, με κορύφωση την τελευταία δεκαετία, μεγαλώνει διαρκώς η απόσταση που χωρίζει το πλουσιότερο 10% (ακόμα περισσότερο: το πλουσιότερο 1%) των δυτικών κοινωνιών από τα μεσαία στρώματα και από την υπόλοιπη κοινωνία. Η δε θέση των φτωχότερων στρωμάτων με πραγματικούς όρους παραμένει στάσιμη, αν δεν επιδεινώνεται. Η τάση αφορά κυρίως τις αγγλοσαξονικές χώρες, αλλά εμφανίζεται και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το δίλημμα μεταξύ παραγωγής πλούτου και αναδιανομής του είναι πανάρχαιο. Ο σοσιαλισμός νόμιζε ότι το επέλυσε υπέρ της ισότητας, μέχρι που κατέρρευσε από τη φτώχεια. Υπάρχουν τρία κρίσιμα ερωτήματα.

Πρώτον, η συσσώρευση πλούτου και ανισότητας βελτιώνει αντίστοιχα τη συλλογική ευημερία και τη θέση των οικονομικά αδυνάτων; Αν όχι, τότε πρέπει να ξανασκεφτούμε την προτεραιότητα μιας ταχύρρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης, που οι καρποί της καταλήγουν μόνο στο πλουσιότερο 5%-10% της εισοδηματικής κλίμακας. Το σιωπηρό «κοινωνικό συμβόλαιο» της παγκοσμιοποίησης είναι ότι οι κερδισμένοι χρησιμοποιούν μεγάλο μέρος των ωφελειών τους για να αποζημιώνουν τους χαμένους, τόσο μεταξύ χωρών (Βορράς – Νότος) όσο και στο εσωτερικό των κοινωνιών. Αυτό πράγματι συμβαίνει στις σκανδιναβικές χώρες, όπου ο πλούτος που δημιουργούν οι ελεύθερες αγορές αναδιανέμεται στην κοινωνία μέσω υψηλής φορολόγησης και κοινωνικού κράτους. Αλλιώς οι δημοκρατίες, όπως λέει ο Stiglitz, μετατρέπονται σε πλούσιες χώρες φτωχών ανθρώπων.

Ερώτημα δεύτερο: η συσσώρευση πλούτου από την απεριόριστη κινητικότητα κεφαλαίου οδηγεί σε αυξημένες παραγωγικές δυνατότητες; Τα εισερχόμενα κεφάλαια παράγουν πραγματικές επενδύσεις, εισάγουν νέα τεχνολογία, δημιουργούν θέσεις εργασίας; Η απάντηση στα παραπάνω, όταν μιλάει κανείς για ιδιωτικά μετοχικά κεφάλαια (private equity funds) και αντισταθμιστικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds), δεν είναι αυτονόητα θετική, και συχνότατα είναι αρνητική. Σε πολλές περιπτώσεις τα ιδιωτικά μετοχικά κεφάλαια στην Ευρώπη μετέτρεψαν θέσεις εργασίας σε θέσεις ανεργίας, απογύμνωσαν ανθηρές επιχειρήσεις από πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία, μετακύλισαν στο φορολογικό σύστημα το κόστος εξυπηρέτησης του υπερδανεισμού τους. Βρετανός μέτοχος ενός private equity fund διερωτάτο στους Financial Times πώς είναι δυνατόν να φορολογείται χαμηλότερα από την καθαρίστριά του! Ετσι όμως ο «νέος καπιταλισμός» της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας υποσκάπτει τον «παλιό» δημιουργικό καπιταλισμό των παραγωγικών επενδύσεων, της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης.

Υπάρχει ένα τρίτο βαθύτερο ερώτημα, που βρίσκεται στο στόμα οποιουδήποτε έχει επίγνωση της ιστορικότητας του καπιταλισμού: τι σημαίνει για τη δημοκρατία η δημιουργία μιας παγκοσμιοποιημένης «πλουτοκρατικής τάξης»; Ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί στο κενό: είναι εμπεδωμένος σε εθνικές δημοκρατικές κοινωνίες με ιστορικούς θεσμούς και πλουραλισμό αξιών. Οι δημοκρατίες στηρίζονται στη συναίνεση ή έστω τη σιωπηρή αποδοχή της πλειονότητας. Οταν το σύστημα αρχίζει να λειτουργεί εμφανώς για λογαριασμό των λίγων σε βάρος των πολλών, τότε είτε η δημοκρατία κλονίζεται είτε ο καπιταλισμός μεταρρυθμίζεται.

Στις δεκαετίες ‘70 και ‘80, οι φονταμενταλιστές της αγοράς είχαν τις συνθήκες με το μέρος τους. Τα επιχειρήματά τους κέρδιζαν τη μάχη των ιδεών. Στις αποτυχίες του κράτους, το στασιμοπληθωρισμό, την αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα προέταξαν επιτυχώς τη νομισματική σταθερότητα, την αποδοτικότητα των αγορών, τα πλεονεκτήματα του ανταγωνισμού και του ελεύθερου εμπορίου. Το φιλελεύθερο τρίπτυχο έβγαλε πράγματι τις δυτικές οικονομίες από την κρίση, βάζοντάς τις σε τροχιά μακροοικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Ομως ορισμένες πτυχές του (νεο)φιλελεύθερου οικονομικού πακέτου (με κεντρική την πλήρη χρηματοοικονομική απελευθέρωση) αποδεικνύονται τώρα προβληματικές.

Η κριτική αυτή θεώρηση δεν συνιστά σε καμία περίπτωση επιστροφή στην οικονομική εσωστρέφεια και τον προστατευτισμό, ούτε άρση της ενιαίας αγοράς που στηρίζει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ούτε την αναβίωση αποτυχημένων συνταγών «σοσιαλισμού σε μια χώρα» ή αναδιανομής με δανεικά. Δεν υποδεικνύει πάγωμα της μεταρρύθμισης υπερχρεωμένων συνταξιοδοτικών συστημάτων, ούτε τη διατήρηση εργασιακών ρυθμίσεων που αγνοούν τις ανάγκες ευελιξίας και στραγγαλίζουν την επιχειρηματικότητα. Είναι σαφής η γραμμή που χωρίζει τις σύγχρονες προοδευτικές ευρωπαϊκές λύσεις από τους κρατικίστικους λαϊκισμούς ή την επιτήδεια απραξία.

Υποδεικνύει όμως έναν ενεργό και ευφυή ρόλο του κράτους σε εθνικό επίπεδο. Ισχυρότερο ρυθμιστικό και –επιτέλους– αναδιανεμητικό ρόλο της Ε.Ε. σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και κυρίως, πρωτοβουλίες προοδευτικής διακυβέρνησης της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης σε υπερεθνικό επίπεδο. Η αποδοτική λειτουργία των αγορών δεν είναι αυτοσκοπός, ιδίως όταν οδηγεί σε συλλογικά δυσμενείς διανεμητικές συνέπειες. Για να θυμηθούμε τον James Tobin, δεν θα έβλαπτε ξανά, αντί γράσου, λίγη άμμος στις ρόδες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_01/07/2007_232784