Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κ. Μέρκελ; – Καθημερινή 14/10/2012

Ποια είναι η λέξη που συνοψίζει όλα όσα χρειάζονται για να επιλυθεί η ευρωκρίση; Η ίδια λέξη που προκαλεί ανατριχίλα στον γερμανικό δημόσιο διάλογο: «αναδιανομή». Από τη θεμελίωση του ευρώ, η Γερμανία είχε αποκλείσει μια αναδιανεμητική ένωση (transfer union). Ως η ισχυρότερη οικονομία αποφάσισε ότι δεν θα αποτελέσει τον χρηματοδότη της Eυρωζώνης. Οι γερμανικές πολιτικές δυνάμεις ακροβατούν προσεκτικά στο θέμα αυτό, ιδίως ενόψει των προσεχών εκλογών του φθινοπώρου 2013. Πράσινοι και σοσιαλδημοκράτες το συζητάνε και το υποστηρίζουν, φιλελεύθεροι και χριστιανοκοινωνιστές είναι αντίθετοι. Με τους χριστιανοδημοκράτες διχασμένους, και με ένα νέο συντηρητικό ευρωσκεπτικιστικό κόμμα προ των πυλών, η κ. Μέρκελ προσέχει να αποφεύγει οποιαδήποτε σχετική αναφορά.

Ομως τα δεδομένα της κρίσης είναι αμείλικτα. Η ευρωκρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς πολιτικές τραπεζικής, δημοσιονομικής και οικονομικής ένωσης. Και η δυναμική του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι διατηρήσιμη, απαιτεί αναδιάρθρωση ή «κούρεμα», όπως φρόντισε να μας θυμίσει η κ. Λαγκάρντ. Και τα δύο συνιστούν πολιτικές άμεσης ή έμμεσης αναδιανομής πόρων. Ποια είναι τα όρια πολιτικής αντοχής της κ. Μέρκελ; Η αναδιανομή πόρων στην Eυρωζώνη είναι ήδη πραγματικότητα, με άλλα ονόματα. Ο δανεισμός της Ελλάδας (και των άλλων χωρών σε πρόγραμμα) με επιτόκια χαμηλότερα της αγοράς είναι μια μεταβίβαση πόρων προς την περιφέρεια. Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους με το PSI ακόμα περισσότερο. Τα δάνεια στην περιφέρεια συνιστούν ανάληψη υποχρεώσεων, σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής μεταφέρουν πόρους από τους πιστωτές στους οφειλέτες. Το ίδιο και οι αγορές κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ. Συστηματική αναδιανομή θα συνιστούσαν η μετάβαση προς τραπεζική ένωση αμοιβαίας ανάληψης τραπεζικών κινδύνων, η έκδοση ευρωομολόγων, η δημιουργία ομοσπονδιακού προϋπολογισμού Eυρωζώνης. Ολα αυτά είναι αναγκαία για την επιβίωση του ευρώ. Το ερώτημα είναι: μπορούν να γίνουν αποδεκτά από τη Γερμανία;

Η πρόσφατη εμπειρία υποδεικνύει ορισμένες υποθέσεις για τη γερμανική στάση σε πολιτικές μεταβίβασης πόρων. Πρώτον, η γερμανική κυβέρνηση θα συνεχίσει να κερδίζει χρόνο, να αντιστέκεται μέχρι το χείλος του γκρεμού, μέχρι να δεχτεί την ελάχιστη δυνατή παραχώρηση όταν η υιοθέτησή της έχει καταστεί αναγκαία και αναπόφευκτη. Δεύτερον, η πορεία ρεαλιστικής υποχώρησης είναι βήμα βήμα διαπραγματευτικός πόλεμος χαρακωμάτων. Τρίτον, η υποχώρηση εντάσσεται σε ένα συνολικό πακέτο αμοιβαίων συμβιβασμών, που περιέχει όρους και εγγυήσεις από την πλευρά των δανειοληπτών. Τέταρτον, η μεταβίβαση πόρων είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκαλυμμένη. Με βάση τις παραπάνω υποθέσεις μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε το μεγάλο ερώτημα των προθέσεων της κ. Μέρκελ στο θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Αναδιάρθρωση θα χρειαστεί, αφού η βαθύτερη ύφεση έχει εκτροχιάσει τη βιωσιμότητά του. Μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι η γερμανική κυβέρνηση θα αρνείται κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, καθυστερώντας τη στιγμή της αλήθειας. Οταν καμία άλλη αναβολή δεν θα είναι πια δυνατή, η γερμανική κυβέρνηση θα συναινέσει στην ηπιότερη δυνατή εκδοχή αναδιάρθρωσης, που θα εμπλέκει μάλλον την ΕΚΤ, ίσως και τον ESM. Λύσεις διαγραφής χρέους είναι μάλλον απίθανο να εμφανιστούν σε αυτήν τη γερμανική Βουλή. Ούτε και η ελληνική κυβέρνηση θα το επιθυμούσε.

Ομως τα νέα χρήματα που θα χρειαστεί η ελληνική οικονομία δεν χρειάζεται να προέλθουν μόνο από νέο «κούρεμα» ή νέο δάνειο. Μπορούν να έρθουν ως αναπτυξιακοί πόροι για να ανασχέσουν την ύφεση, με απελευθέρωση κοινοτικών κεφαλαίων που ήδη υπάρχουν. Αρκεί η Επιτροπή, με συμφωνία της Γερμανίας, να δεχτεί να διοχετεύσει τα περίπου 12 δισ. αδιάθετων κεφαλαίων ΕΣΠΑ και Ταμείου Συνοχής που λήγουν το 2013, με έκτακτες διαδικασίες που αρμόζουν σε ανάγκες αντιμετώπισης καταστροφικών συνθηκών. Παρομοίως θα μπορούσε η Επιτροπή να προχωρήσει σε ανακατανομή κοινοτικών πόρων για άμεση και επείγουσα στήριξη της απασχόλησης σε Ελλάδα και Ισπανία. Επίσης, θα μπορούσε η ΕΤΕπ να πολλαπλασιάσει τους πόρους (σήμερα περίπου 1,5 δισ.) που χορηγεί στην ελληνική οικονομία. Οι επιλογές αυτές θα συνέβαλλαν σε μια ένεση ανάκαμψης και στη βιωσιμότητα του χρέους. Θα γίνονταν ευκολότερα αποδεκτές από τη Γερμανία και τους άλλους εταίρους. Και θα αποτελούσαν για την Ελλάδα λύσεις πιο αξιοπρεπείς από ένα ακόμα δάνειο ή ένα ακόμα «κούρεμα».

* Ο κ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_14/10/2012_498758