Μαθαίνοντας από την κρίση – Καθημερινή 08/02/2009

Δεν υπάρχει πια αμφιβολία: Είναι η χειρότερη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, τουλάχιστον, από τη δεκαετία του ’30. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει τη βαρύτερη παγκόσμια ύφεση των τελευταίων 60 ετών. Οι «κυρίαρχοι του σύμπαντος», τα «χρυσά παιδιά» της Γουόλ Στριτ και οι ράθυμες ρυθμιστικές αρχές τους, δύσκολα θα τα είχαν θαλασσώσει χειρότερα.

Δέσμια της οικονομικής κρίσης, η υφήλιος παλεύει να ξεφύγει. Στην κωμωδία του Γούντι Αλεν με τον επίκαιρο τίτλο «Πάρε τα λεφτά και τρέχα», πέντε βαρυποινίτες κατάδικοι επιχειρούν ομαδική δραπέτευση αλυσοδεμένοι μεταξύ τους με βαριές αλυσίδες στα πόδια. Αν θέλουν να σωθούν οι δραπέτες πρέπει να κινούνται όλοι μαζί συντονισμένοι. Αν κάποιος σταματήσει σταματά και τους άλλους. Αν πέσει μπουρδουκλώνει και τους υπόλοιπους. Αν τρέξουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις η ομάδα παραλύει. Η κρίση αποδεικνύει τη στενότατη αλληλεξάρτηση.

Η οικονομική κρίση αυξάνει τα θύματα της παγκοσμιοποίησης. Με τον φόβο της κοινωνικής αναταραχής, οι κυβερνήσεις δελεάζονται να μεταφράσουν το αίτημα κοινωνικής προστασίας σε κάλεσμα για οικονομική εσωστρέφεια και προστατευτισμό. Από τη Γερμανία, που αρχικά επιχείρησε να αντιμετωπίσει την κρίση εκμεταλλευόμενη τα πακέτα τόνωσης της οικονομίας των άλλων, στις ΗΠΑ τού «αγοράστε Αμερική», στη Βρετανία των εργατών που απεργούν κατά της παρουσίας εργαζομένων από την Ε.Ε., στην Ελλάδα του «έσπειρα καλαμπόκι κερδοσκοπώντας στην άνοδο των τιμών και τώρα που οι τιμές έπεσαν διεκδικώ επιδότηση», ο εθνικός προστατευτισμός επικρέμαται ως διεθνής απειλή. Σαν τους αλυσοδεμένους δραπέτες του Γούντι Αλεν, οι αποκλίνουσες εθνικές πολιτικές οδηγούν τα κράτη σε συλλογική αποτυχία.

Ο προστατευτισμός γεννά εμπορικούς πολέμους. Επιστρατεύει ως πρόχειρο υποκατάστατο για την αποτυχία μεταρρυθμίσεων την ανεπάρκεια πολιτικής και την αδυναμία θέσπισης διεθνών κανόνων. Απειλεί με απο–παγκοσμιοποίηση και αντιστροφή της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς. Ομως, η διέξοδος από την κορυφαία αυτή κρίση της παγκοσμιοποίησης δεν είναι η εγκατάλειψη της τελευταίας, αλλά το ακριβώς αντίθετο: η ποιοτική εμβάθυνση της παγκοσμιοποίησης, με θεσμούς ρυθμιστικής και πολιτικής διακυβέρνησής της. Οσο για την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, σε αυτήν οφείλουμε την κοινοτική αλληλεγγύη, τα διαρθρωτικά ταμεία και τις πολιτικές συνοχής (Λ. Τσούκαλης, Ποια Ευρώπη;). Οι ανεπτυγμένες οικονομίες άλλωστε ξέρουν καλά να συνδυάζουν το ελεύθερο εμπόριο με την κοινωνική αλληλεγγύη: οι πιο ανοιχτές οικονομίες της Ευρώπης (Γερμανία, Ολλανδία, σκανδιναβικές χώρες) είχαν πάντοτε τα υψηλότερα επίπεδα κοινωνικών δαπανών.

Ο προστατευτισμός μειώνει την όρεξη για διεθνή και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ομως, οι ωμές αναγκαιότητες της κρίσης μπορεί τελικά να οδηγήσουν εκεί. Τότε η υπερεθνική διακυβέρνηση δεν έρχεται καλπάζοντας ηρωικά αλλά τρυπώνοντας ως έσχατη λύση ανάγκης. Πάρτε για παράδειγμα την τρέχουσα κρίση στην Ευρωζώνη και το ενδεχόμενο κάποια χώρα–μέλος να βρεθεί σε αδυναμία χρηματοδότησης του χρέους της. Η ρεαλιστικότερη λύση που προτείνεται, υποδεικνύει την ανάληψη από την Ευρωζώνη του χρέους της χώρας αυτής, με παράλληλη επιβολή από τις Βρυξέλλες περιοριστικών όρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες προτείνουν ευθέως την έκδοση κοινού ευρω–ομολόγου, που θα οδηγούσε κατευθείαν σε ακόμα στενότερη οικονομική ενοποίηση στην Ευρώπη. Ετσι η κρίση θα πραγματοποιούσε επιτέλους τα όνειρα των πιο φιλόδοξων ευρωπαϊστών!

Τελευταίο δίδαγμα: Μια οικονομική κρίση προκαλεί τρία επίπεδα προσαρμογών. Το πρώτο είναι προσαρμογή των τιμών: μειώνουμε τα επιτόκια, αυξάνουμε τις δαπάνες. Το δεύτερο είναι η αλλαγή στις πολιτικές: έξω η απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, μέσα οι ρυθμιστικοί κανόνες και η προληπτική εποπτεία. Το τρίτο, βαθύτερο επίπεδο αλλαγής αφορά το ίδιο το οικονομικό μοντέλο, το ιδεολογικό «παράδειγμα», την επαναστάθμιση εννοιών και αξιών. Ολα τα προηγούμενα χρόνια, οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης της αμερικανικής οικονομίας εντυπωσίαζαν. Τώρα ξέρουμε πως η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν ούτε κοινωνικά επωφελής ούτε διατηρήσιμη. Στο μέλλον θα πρέπει να αποδίδουμε μικρότερη βαρύτητα στην αύξηση του ΑΕΠ ως αποκλειστικού κριτηρίου οικονομικής προόδου, θέτοντας και ορισμένα επιπλέον ερωτήματα. Πόσο συμβάλλει στην ευημερία της κοινωνίας μια ανάπτυξη που τα οικονομικά οφέλη της σωρεύονται στην κορυφή της πυραμίδας; Αν οι κάτοικοι μιας χώρας πήγαιναν στη δουλειά τους με το ποδήλατο αντί αυτοκινήτου, κι αν η οικονομία αξιοποιούσε πλήρως αιολική και ηλιακή ενέργεια αντί να υπερκαταναλώνει πετρέλαιο, τότε ίσως το προϊόν της να αυξανόταν βραδύτερα. Δεν θα ήταν όμως η κοινωνική ευημερία μεγαλύτερη; Πόσο αξιόπιστος δείκτης προόδου είναι η αύξηση του ΑΕΠ όταν δεν διακρίνει τις κρατικές δαπάνες για φυλακές από τις δαπάνες για σχολεία, όταν δεν υπολογίζει τους δείκτες υγείας, εκπαίδευσης, «πράσινης οικονομίας»;

Η σημαντικότερη εμπειρία γνώσης τελικά δεν αφορά όσα μαθαίνεις, αλλά όσα καλείσαι να ξεμάθεις…

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_08/02/2009_302615