Μια μικρή βαλκανική ιστορία – Καθημερινή 29/07/2007

Η επ’ αόριστον αναβολή των επώδυνων λύσεων είναι τακτική δοκιμασμένη. Τα πλεονεκτήματά της ακαταμάχητα: απομακρύνει τα δυσάρεστα, εξασφαλίζει μια ψευδαίσθηση ηρεμίας και συναίνεσης. Εχει ένα μόνο ελάττωμα: κάποια στιγμή αναπόφευκτα το μέλλον γίνεται παρόν. Τότε τα προβλήματα που κουκουλώθηκαν κάτω από προσωρινές διευθετήσεις επιστρέφουν γιγαντωμένα. Και η πραγματικότητα που επί χρόνια απωθούσαμε μας χτυπά αλύπητα στο πρόσωπο.

Δεκαέξι χρόνια πριν, η αυτοαποκαλούμενη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» έγινε η μόνη στην πρώην Γιουγκοσλαβία που κήρυξε ανεξαρτησία χωρίς την αντίσταση του Βελιγραδίου. Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κατάσταση που περιέκλειε κινδύνους και ευκαιρίες. Η ευκαιρία: μια χώρα αδύναμη, που με τη γειτονία, τις επενδύσεις, τη στήριξη της ισχυρής Ελλάδας μπορούσε να εξελιχθεί σε προνομιακό πεδίο ελληνικής πολιτικής επιρροής. Οι κίνδυνοι: μια ατροφική βαλκανική δημοκρατία στο χείλος της εθνοτικής σύγκρουσης, επιρρεπής στον εθνικισμό, δυνητική πηγή χρόνιας περιφερειακής αστάθειας.

Για όσους μπορούσαν να ιεραρχήσουν τις προτεραιότητες, η Ελλάδα από την πρώτη στιγμή είχε συμφέρον στη διασφάλιση της εθνικής ακεραιότητας και σταθερότητας του νεαρού κράτους, με την καθοριστική βοήθεια αυτού που αργότερα ονομάστηκε ευρωπαϊκός οδικός χάρτης. Μόνο μια ακέραια ΠΓΔΜ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στον πιθανό αλβανικό και βουλγαρικό εθνικισμό. Κατάρρευση της κρατικής υπόστασής της θα είχε επικίνδυνες συνέπειες για την Ελλάδα: κύματα προσφύγων, αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στην ασφάλεια, τις οικονομικές συναλλαγές, την κοινωνική συνοχή, το περιβάλλον.

Ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» παρείχε μια ενοποιητική ταυτότητα για το νεοπαγές αυτό κράτος, συνενώνοντας τις δύο κύριες εθνογλωσσικές κοινότητες (σλαβομακεδονική και αλβανόφωνη) σε μια κοινή εθνική φαντασιακή κοινότητα. Αυτή ήταν η ταυτότητα που επέλεξε ο κυρίαρχος λαός της γειτονικής χώρας, ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.

Οσο αναγκαία για τη γειτονική χώρα ήταν η χρήση του όρου Μακεδονία, άλλο τόσο δυσμενής ήταν για την Ελλάδα η χωρίς διακριτικό προσδιορισμό ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» – σκέτη. Δημιουργούσε συγχύσεις ως προς την ελληνική Μακεδονία. Ενέπνεε ανησυχία σε Eλληνες πολίτες με ιστορικές μνήμες πολέμου και ξεριζωμού. Και έδινε πάτημα σε εκδηλώσεις σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού.

Επομένως, όπως συμβαίνει στις διακρατικές σχέσεις, τα δύο μέρη έπρεπε να έρθουν σε ένα συνολικό αμοιβαίο συμβιβασμό. Ως ισχυρότερη, η Ελλάδα έπρεπε να διαπραγματευθεί την οριστική αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Ενωση της γειτονικής χώρας με μια σύνθετη ονομασία. Ονομασία που θα περιείχε τον αναγκαίο και αναπόφευκτο όρο Μακεδονία, αλλά με έναν επιθετικό προσδιορισμό που θα απέκλειε τη μονοπώληση της γεωγραφικής και ιστορικής Μακεδονίας. Τη συμβιβαστική λύση μιας σύνθετης ονομασίας (Βόρεια Μακεδονία, Μακεδονία του Βαρδάρη κ.λπ.) προσέφερε στην ελληνική πλευρά η πορτογαλική προεδρία το 1992, εκ μέρους μιας αλληλέγγυας Ε.Ε.

Ομως τότε σύσσωμο το ελληνικό πολιτικό σύστημα, οδηγούμενο από μια παρορμητική κοινή γνώμη, απέρριψε τη σύνθετη ονομασία. Απαίτησε την πλήρη απάλειψη του όρου «Μακεδονία» και των παραγώγων του από το όνομα του γειτονικού κράτους. Αν η δημόσια επίδειξη μαξιμαλισμού είχε σκοπό να ενισχύσει τη διαπραγματευτική δύναμη της κυβέρνησης, το αποτέλεσμα ήταν πάντως ακριβώς το αντίθετο: η εξωτερική μας πολιτική δέθηκε πισθάγκωνα.

Ορισμένοι συντηρητικοί πολιτικοί άδραξαν την ευκαιρία να ιππεύσουν τον Βουκεφάλα του υπερπατριωτισμού. Σύντομα αποδείχθηκε ότι το άλογό τους έμοιαζε περισσότερο με τον ψωραλέο Ροσινάντε του Δον Κιχώτη – χωρίς οι ίδιοι να έχουν την αγνότητα του θερβαντικού ήρωα. Αλλοι, από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, ανέσυραν τον εθνικολαϊκισμό της πρώιμης τριτοκοσμικής περιόδου. Θαρραλέοι πολιτικοί, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος, λοιδορήθηκαν από υστερικά ΜΜΕ. Ενα αυτόκλητο νεο-αριστεροδεξιό ιερατείο έκδοσης πιστοποιητικών εθνικοφροσύνης εγκαταστάθηκε στο σβέρκο μας. Κατακεραυνώνοντας ως μειοδότη οποιονδήποτε μιλούσε την ψύχραιμη γλώσσα ενός πατριωτισμού στηριγμένου στη λογική και υποδείκνυε την ανάγκη ενός έντιμου συμβιβασμού.

Στην πορεία έλαμψε ο εθνικός μας στρουθοκαμηλισμός. Γρήγορα ο υπόλοιπος κόσμος επέλυσε την τυπική εκκρεμότητα της ονομασίας, επιλέγοντας την καταφανώς απλούστερη λύση («Maced onia»), παγιώνοντας έτσι de facto μια όλο και δυσκολότερα αναστρέψιμη κατάσταση. Οι δυστυχείς Eλληνες διπλωμάτες, υπό τα διασκεδάζοντα βλέμματα των ομολόγων τους, υποχρεώνονταν σε τελετουργικές πιρουέτες διαμαρτυρίας κάθε φορά που η ΠΓΔΜ αναφερόταν στα διεθνή fora με τη συνταγματική της ονομασία. Η Ελλάδα κατέληξε να θυμίζει αυτοκινητιστή που οδηγεί ανάποδα στον αυτοκινητόδρομο διαμαρτυρόμενος γιατί όλα τα άλλα οχήματα επιμένουν να έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα η ιστορία εκδικείται. Πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο έχει εξανεμιστεί. Η προσωρινή ονομασία («πρώην ΓΔΜ») έχει ξεπεράσει κάθε ημερομηνία λήξεως, απειλώντας με γαστρεντερικές ενοχλήσεις όποιον την καταναλώνει. Περίπου εκατό χώρες (ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα και ορισμένα κράτη-μέλη της Ε.Ε.) έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η συντριπτική υπερψήφιση της πρόσφατης Εκθεσης Προόδου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισφράγισε την απομόνωση της Ελλάδας. Μόνο φανατικοί αρνούνται να δουν ότι (προς δόξαν του εθνικού μας φορμαλισμού) η γειτονική χώρα έχει πλέον εδραιώσει την ονομασία που από την αρχή επιδίωκε, και που συνιστούσε τη χειρότερη δυνατή λύση για την Ελλάδα.

Ο έντιμος συμβιβασμός που η Αθήνα απέρριψε όταν ακόμα μπορούσε να τον επιβάλει, είναι πια προφανής μονόδρομος. Ομως οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει εναντίον μας. Η πολυτέλεια της αδιαλλαξίας ανήκει τώρα στην άλλη πλευρά. Το μειονέκτημα της πείρας είναι ότι έρχεται πάντοτε καθυστερημένη.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_29/07/2007_236030