Μια στιγμή ωριμότητας του πολιτικού συστήματος – Καθημερινή 28/08/2011

Την περασμένη Τετάρτη το ελληνικό Κοινοβούλιο, με ευρεία διακομματική πλειοψηφία, ρύθμισε ένα χρέος δεκαετιών προς την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό πανεπιστήμιο. Η υπερψήφιση του νόμου Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ είναι μια από τις ελάχιστες θετικές ειδήσεις που έχει παραγάγει τους τελευταίους μήνες το κομματικό μας σύστημα. Ο νέος νόμος συνιστά ένα άλμα προοδευτικής μεταρρύθμισης. Αυξάνει το συνταγματικό αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, απελευθερώνοντάς τα από τον ασφυκτικό έλεγχο του υπουργείου. Καταργεί το χρεοκοπημένο καθεστώς του ασύλου, που είχε μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε φυτώρια ανομίας και βίας. Καταργεί τη συμμετοχή των φοιτητών (δηλαδή την εξουσία των παρατάξεων) στην εκλογή των πρυτανικών αρχών. Εισάγει την έννοια του ενεργού φοιτητή –με ειδική πρόβλεψη για τους εργαζόμενους φοιτητές. Υποχρεώνει τα ιδρύματα να φτιάξουν οργανισμούς και κανονισμούς λειτουργίας. Εφαρμόζει την αξιολόγηση των καθηγητών και των ακαδημαϊκών μονάδων. Προωθεί δραστικά τη διεθνοποίηση. Προβλέπει κίνητρα ερευνητικής αριστείας.

Η πορεία προς την ψήφιση του νόμου για τα ΑΕΙ μάς έδειξε πολλά. Στην παλίρροια αποκαλύπτεται ποιοι είναι εκείνοι που κολυμπούσαν γυμνοί. Οταν τα νερά τραβήχτηκαν, η εικόνα ξεκαθάρισε. Στις πλάτες του νομοσχεδίου πραγματοποιήθηκε μια ευρύτατη επιχείρηση παραπληροφόρησης. Επιστρατεύτηκε ακόμα και το κύρος διακεκριμένων ξένων πανεπιστημιακών για να καταδικάσουν τον νόμο Διαμαντοπούλου. Διάβασε ο Νόαμ Τσόμσκι το προσχέδιο νόμου; (Φυσικά και όχι.)

Η Ελλάδα παρέμενε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα για την οποία ο ιστορικός χρόνος είχε παγώσει στις αρχές του ’80. Αλλες χώρες προετοίμασαν το εκπαιδευτικό τους σύστημα για τον δύσκολο κόσμο του διεθνούς ανταγωνισμού, των ραγδαίων αλλαγών και της κοινωνίας της γνώσης. Εμείς είχαμε μείνει να λύνουμε επί 30 χρόνια τους λογαριασμούς του φοιτητικού κινήματος του ’70.

Για την αποτυχία αυτή δεν ευθύνονταν «η έντονη αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας και το ελληνικό Σύνταγμα», όπως ισχυριζόταν η διακήρυξη των πανεπιστημιακών εναντίον του νομοσχεδίου. Η ισχυρότατη συντεχνιακή εμπέδωση των ομάδων του status quo ήταν που ακύρωνε κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης: μετριοκράτες και απόντες πανεπιστημιακοί, πολιτευόμενοι πρυτάνεις και οι μηχανισμοί τους, κομματάρχες και φοιτητοπατέρες, πολιτικές δυνάμεις που χρησιμοποιούν τα ΑΕΙ για να στρατολογούν οπαδούς, στελέχη και ομάδες κρούσης. Από κοντά και η καταχρηστική επίκληση αντισυνταγματικότητας, μόνιμη ασπίδα αντίδρασης σε κάθε μεταρρύθμιση.

Η Σύνοδος των Πρυτάνεων επιστράτευσε γνωμοδότηση συνταγματολόγου καθηγητή του ΑΠΘ που έκρινε ως αντισυνταγματικές όχι 2 ή 3 αλλά «τουλάχιστον 23» επιμέρους διατάξεις του νομοσχεδίου! Αντισυνταγματική η συρρίκνωση της εκπροσώπησης των φοιτητών του ΑΕΙ σε ένα μόνο μέλος του Συμβουλίου. Αντισυνταγματική και η κατάργηση του ασύλου (που δεν μνημονεύεται πουθενά στο Σύνταγμα). Αντισυνταγματική και η δυνατότητα ακαδημαϊκών κυρώσεων σε καθηγητές που λαμβάνουν «εξαιρετικά αρνητική αξιολόγηση». Αντισυνταγματική και η δυνατότητα εκλογής, επί πενταετή θητεία, διακεκριμένων καθηγητών του εξωτερικού. Βλέποντας τέτοια ελευθεριότητα επίκλησης της αντισυνταγματικότητας, είναι να απορεί κανείς γιατί περιορίζεται μόνο σε 23 διατάξεις του νόμου. Πολλοί μελετητές έχουν επισημάνει τη διάχυτη ιδεολογία του νομικισμού και συνταγματισμού για την αναπαραγωγή της θεσμικής αδράνειας (Για την ιστορία: οι έγκριτοι συνταγματολόγοι Ν. Αλιβιζάτος και Α. Μανιτάκης σε κοινό άρθρο τους στην «Καθημερινή» της 17/7/2011 επιβεβαίωσαν τη συνταγματικότητα του νόμου.)

Ευτυχώς αυτή τη φορά η πλειονότητα της κοινωνίας (πιθανόν και της πανεπιστημιακής κοινότητας) βρήκε σύμμαχό της μια ευρεία διακομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η κυβέρνηση έφερε έναν σύγχρονο νόμο, με πολλές αρχικές αδυναμίες, τις περισσότερες από τις οποίες διόρθωσε στη συνέχεια. Εκανε προς τιμήν της πολλές παραχωρήσεις η υπουργός Παιδείας προκειμένου να αποσπάσει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Ομως, η Ν.Δ. ακολούθησε αρχικά τα αντανακλαστικά της δημαγωγικής «όχι σε όλα» αντιπολίτευσης. Προσχώρησε ευτυχώς τελικά στο στρατόπεδο της λογικής και των καλύτερων ιδεολογικών της παραδόσεων.

Η τελική έκβαση μεταδίδει το μήνυμα ότι η επιδίωξη συναινέσεων είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος: όλοι κερδίζουν – ακόμα κι αν στον γύρο αυτό το ΛΑΟΣ έκανε καλύτερο ταμείο από τη Ν.Δ. Αποκτά αξιοπιστία η αξιωματική αντιπολίτευση όταν δείχνει τη γενναιότητα να προχωρεί σε αμοιβαίους συμβιβασμούς για το καλό του τόπου.

Ο νόμος που ψηφίστηκε τερματίζει μια παράδοση θλιβερής εξαίρεσης του ελληνικού πανεπιστημίου από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Εχει βέβαια ακόμα αρκετές αδυναμίες. Μας περιμένει ένα ταραγμένο φθινόπωρο. Η κουλτούρα της βίας και της αυθαιρεσίας, του «δεν εφαρμόζουμε τον νόμο», εξακολουθεί να είναι ισχυρή. Ζήσαμε όμως, παρά τις σκιές, μια στιγμή ωριμότητας του πολιτικού συστήματος. Μακάρι να αποτελέσει μοντέλο ανάδειξης αντίστοιχων συναινέσεων για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_28/08/2011_454138