Να μιλήσουμε για πολιτικές αξίες; – Καθημερινή 26/08/2007

Θα συμφωνούσα ότι κορυφαίο ζητούμενο των προσεχών εκλογών είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης πολιτικών που θα διαχειρίζονται τη δημόσια περιουσία με τη φροντίδα που θα έδειχναν για τη δική τους, θα κυβερνούν με την αποτελεσματικότητα του ικανότερου μάνατζερ και θα αποτολμούν τις αναγκαίες αλλαγές θέτοντας το γενικό συμφέρον πάνω από το κομματικό. Θα συμφωνούσα επίσης με τη διάχυτη αίσθηση ότι δεν είναι μεγάλες οι πιθανότητες την επομένη των εκλογών να βρεθούμε με μια τέτοια κυβέρνηση. Βέβαια, και στην πολιτική, οι ποιοτικές διαβαθμίσεις έχουν καθοριστική σημασία.

Το δημόσιο ήθος, η διοικητική επάρκεια, ο υπερκομματικός πατριωτισμός είναι κρίσιμες πολιτικές ιδιότητες, που προεξοφλούν κυβερνητική επιτυχία ή αποτυχία. Το προγραμματικό περιεχόμενο είναι το δεύτερο καθοριστικό κριτήριο. Οι πολίτες κρίνουν και αντιπαραβάλλουν πεπραγμένα, προγράμματα και προτάσεις. Συγκρίνουν και αποφασίζουν.

Υποστηρίζω ότι δίπλα στα δύο παραπάνω πρωτεύοντα κριτήρια (πολιτικές ιδιότητες και προγραμματικό περιεχόμενο), υπάρχει χώρος και για ένα τρίτο: τις πολιτικές και ιδεολογικές αξίες, εν τέλει την πολιτική παιδεία του υποψήφιου δυναμικού της επόμενης Βουλής.

Στοχαστής χαρισματικός, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς διατύπωσε το διακύβευμα στην προηγούμενη κυριακάτικη επιφυλλίδα του, με τους δικούς του όρους και από την ακριβώς αντίθετη ιδεολογική σκοπιά. Το συμπέρασμά του: ψηφίστε οποιοδήποτε από τα τρία μικρά κόμματα, αρκεί να καταψηφίσετε τα τρία κόμματα «εξουσίας», στα οποία συγκαταλέγει και τον ΣΥΝ. Τα τρία μικρά κόμματα που εννοεί και ευνοεί ο σεβαστός καθηγητής (το ΚΚΕ, το ΛΑΟΣ, και το νεόκοπο κόμμα Παπαθεμελή) έχουν πράγματι ένα κοινό γνώρισμα: είναι τα κόμματα που κατόρθωσαν να μείνουν στον μεγαλύτερο βαθμό αλώβητα από τις ιδέες και αξίες του Διαφωτισμού. Δέσμιο μιας κλειστής μονολιθικής ιδεολογίας το πρώτο, τυχοδιωκτικά ασόβαρο και χυδαία δυσανεκτικό το δεύτερο, αναχρονιστικά εθνοκεντρικό και θρησκόληπτο το τρίτο. Κανένα δεν κατέκτησε την τόλμη του να γνωρίζεις, να αυτο-αμφιβάλλεις, να αναθεωρείς (sapere aude: έτσι συνόψισε το 1783 ο Kant το motto του Διαφωτισμού). Κανένα δεν ομνύει στην οικουμενικότητα των δικαιωμάτων και το πρωτείο της ανθρώπινης ελευθερίας. Αντιθέτως, οι αξίες του Διαφωτισμού διαποτίζουν (αλλά μόνο εν μέρει και παρά τις αυτονόητες διαφορές τους) τα τρία κόμματα «εξουσίας» που ο καθηγητής Γιανναράς επέλεξε για τον λόγο αυτόν να εξοστρακίσει.

Είχα υποστηρίξει, όπως και άλλοι στο παρελθόν, ότι οι αξίες αυτές διατρέχουν διακομματικά το πολιτικό σύστημα, σε μια οριζόντια τομή που συνυπάρχει με την κάθετη ιστορική τομή δεξιάς-αριστεράς. Για λόγους απλούστευσης -και χωρίς διεκδίκηση πρωτοτυπίας- είχα μιλήσει για δύο αντίθετα ιδεολογικά ρεύματα: το πρόταγμα μιας δυτικοστραφούς προόδου («ευρω-εκσυγχρονισμός») και το αντίπαλο (αν και όχι επακριβώς αντίστοιχο) αμυντικό ρεύμα ενός «εθνικο-λαϊκισμού». Είχα υποστηρίξει ότι η συστέγαση πολιτικά φιλελεύθερων ευρωεκσυγχρονιστικών με εθνικολαϊκιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό των κομμάτων είναι όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά σε μεγάλο βαθμό και επιθυμητή. Γεφυρώνει και εξισορροπεί αντιθέσεις, συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή, διατηρεί την Ελλάδα δεσμευμένη στην ευρωπαϊκή οικογένεια («Τι χρειαζόμαστε τις πολιτικές διαιρέσεις;», «Καθημερινή», 20.5.2007).

Ομως, αν η πολιτική είναι το τελικό προϊόν ιδεολογικών εξισορροπήσεων και συμβιβασμών, αυτό δεν μειώνει τη σημασία των αρχικών «εισροών». Σε μια εκλογική αναμέτρηση που χαϊδεύει το καρατζαφέρειο ποίμνιο, με κορυφαία στελέχη του κυβερνώντος κόμματος να ανασύρουν τις «αλύτρωτες» (αντί «αλησμόνητες») πατρίδες και υποψηφίους να διαγκωνίζονται για την προεκλογική ευλογία πολυπραγμόνων ιεραρχών, η υπόμνηση της ανάγκης να ενισχύσουμε (διακομματικά) την πολιτικά φιλελεύθερη, ευρωπαϊστική, εκσυγχρονιστική συνιστώσα δεν είναι χωρίς σημασία.

Χρειαζόμαστε διακομματικά μια πολιτική τάξη η οποία να έχει αφομοιώσει το πολιτικό και αξιακό κεκτημένο του Διαφωτισμού: κριτικός λόγος, δικαιώματα, ανοιχτή κοινωνία, κοσμικό κράτος δικαίου, θεσμικός εξορθολογισμός. Να είναι σε θέση να συλλάβει και να επικοινωνήσει τις λεπτές αλλά ουσιώδεις διακρίσεις: ανάμεσα στην κυριαρχία του δημόσιου συμφέροντος και την τυραννία της πλειοψηφίας. Ανάμεσα στο κράτος δικαίου και τον έκνομο κρατικό αυταρχισμό. Την ανεκτικότητα και την ασυδοσία. Την ανοιχτή κοινωνία και τη φοβική κοινωνία. Την κοινωνική πολιτική και την πατερναλιστική παροχολογία. Τη χρησιμότητα της αγοράς και τον φονταμενταλισμό της αγοράς. Τον οφειλόμενο σεβασμό στην εκκλησία και την υποτέλεια της πολιτείας στις αξιώσεις της. Τον πολιτισμό της τεκμηριωμένης διαφωνίας και τον «πολιτισμό» της τηλεοπτικής φωνασκίας. Την κοινωνία των πολιτών και την κοινωνία των κολλητών.

Γιατί, θα ρωτούσε κανείς; Ποια η πρακτική, «εργαλειακή» χρησιμότητα των παραπάνω διακρίσεων, και γιατί δεν αποτελούν και αυτές σύμπτωμα ενός ακόμη ιδεολογικού δογματισμού;

Διότι η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στον άλλο, το πρωτείο των δικαιωμάτων, η κυριαρχία του κράτους δικαίου, είναι προϋποθέσεις ειρηνικής συμβίωσης στις σύγχρονες κερματισμένες και συγκρουσιακές κοινωνίες. Γιατί η Ελλάδα, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι χώρα μεταναστευτικού προορισμού. Χρειάζεται πολιτικούς που μπορούν να διαχειριστούν την πραγματικότητα αυτή, με παιδεία κατανόησης του διαφορετικού και θητεία σε μια κουλτούρα έλλογου αυτοπεριορισμού. Γιατί οι συνθήκες διεθνούς αλληλεξάρτησης απαιτούν ηγεσίες που θα υπηρετούν το εθνικό συμφέρον στο πλαίσιο των υπερεθνικών συσχετισμών, χωρίς να οχυρώνονται πίσω από βολικές εθνοκεντρικές φαντασιώσεις και επικίνδυνη εθνικίζουσα ρητορεία. Γιατί η θεσμική αγκύρωση στην Ευρωπαϊκή Ενωση καταπολεμά τις ενδημικές παθογένειες του ελληνικού κράτους – την απουσία έγκαιρου προγραμματισμού, ορθολογικής στρατηγικής και αποτελεσματικής υλοποίησης.

Γιατί έχω την αίσθηση ότι δεν θα ακούσουμε πολλά γι’ αυτά στην προεκλογική περίοδο;

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (gpag@aueb.gr)

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/08/2007_238904