Νόμος βαρύνουσας μεταρρύθμισης παρά τις αδυναμίες – Καθημερινή 24/07/2011

Δύο είναι τα πρώτα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν πριν κανείς αξιολογήσει το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια, που κατέθεσε το υπουργείο Παιδείας. Ερώτημα πρώτο: αρκεί μια απλή βελτίωση στο υπάρχον σύστημα «συνδιοίκησης» των ΑΕΙ, που ισχύει από το 1982; Ή οι σωρευμένες αποτυχίες του (παρά τις θετικές αλλαγές που επέφερε ο νόμος Γιαννάκου) καλούν για κάτι γενναιότερο, για μια «αλλαγή παραδείγματος»; Θα αρκούσε μια νομοθετική ρύθμιση, που θα βελτίωνε απλώς το σύστημα εκλογής πρύτανη (συμμετοχή 40% των φοιτητών), εισάγοντας π.χ. τη στάθμιση του ποσοστού συμμετοχής, αφήνοντας κατά τα άλλα το πανεπιστήμιο έρμαιο πρυτανικής ψηφοθηρίας, κομματικών φοιτητοπατέρων και χαοτικών συγκλήτων; Θα έφτανε μια βελτιωτική παρέμβαση, που θα αποσαφήνιζε (ω της γενναιότητας!) ότι στο πανεπιστημιακό άσυλο δεν συμπεριλαμβάνονται τα πεζοδρόμια και οι αυλές; Ή μήπως πρέπει να εγκαταλειφθεί ολόκληρο το νομικίστικο οπλοστάσιο του ασύλου, που επέτρεπε στο ένα όργανο να κρύβεται πίσω από το άλλο, και να αναδειχθεί μόνη, καθαρή και αυτονόητη η συνταγματική επιταγή της προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ως ρητή ευθύνη (μαζί με την ασφάλεια προσωπικού και περιουσίας του ΑΕΙ) του πρύτανη; Επειτα από 30 χρόνια ανανεούμενων και διαψευδόμενων προσδοκιών βελτίωσης, ήρθε μάλλον η ώρα για μια «αλλαγή παραδείγματος», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα προαναφερθέντα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι το εξής: αν έχουμε αποφασίσει να εγκαταλείψουμε το μοντέλο «συνδιοίκησης» των τελευταίων 30 ετών, πού ακριβώς θέλουμε να πάμε; Είναι το πανεπιστήμιο και οι καθηγητές του ένας χώρος αυτοαναφορικός, ένα οιονεί σωματείο, που έχει το δικαίωμα να αυτοδιοικείται απλώς, εκλέγοντας τα όργανά του, προωθώντας τα ίδια συμφέροντά του, σαν σύλλογος αυτοκινητιστών ταξί; Αν Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει, πώς διασφαλίζεται ο δημόσιος έλεγχος; Η απάντηση που έδωσαν πριν από 4–5 χρόνια «χίλιοι» πανεπιστημιακοί ήταν: όχι με κάθετη υπαγωγή στον έλεγχο του υπουργείου Παιδείας, αλλά στο πλαίσιο ενός τρίπτυχου «αυτοτέλειας, αξιολόγησης και λογοδοσίας».

Δηλαδή το πανεπιστήμιο συνιστά πλήρως αυτοδιοικούμενο θεσμό μεν, που διέπεται όμως από μια λογική δημόσιας ευθύνης και λογοδοσίας προς την κοινωνία που το χρηματοδοτεί.

Αν αυτά είναι τα αρχικά ερωτήματα, τότε το νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί, κατά τη γνώμη μου, περνάει θετικά το διπλό τεστ. Η νέα δομή διοίκησης, με την εισαγωγή του Συμβουλίου ΑΕΙ, εξασφαλίζει τη μετάβαση από μια «λαϊκοδημοκρατική» και κορπορατίστικη πρακτική απευθείας εκλογής πρυτανικών αρχών, σε μια εκδοχή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και έμμεσης εκλογής πρύτανη, με θεσμικά αντίβαρα, που ανοίγει το πανεπιστήμιο, ενισχύει την αξιολόγηση και αυξάνει τη λογοδοσία.

Οι 24 από τις 27 χώρες της Ε.Ε. έχουν συμβούλια διοίκησης – αν και κυρίως με ελεγκτικές-εποπτικές και δευτερευόντως διοικητικές αρμοδιότητες. Το σημειώνω, γιατί εδώ εντοπίζεται μια αδυναμία του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας. Στην προσπάθεια να αποτρέψει την υπαγωγή του πρύτανη στις εξαρτήσεις των ψηφοφόρων του μελών ΔΕΠ, το νομοσχέδιο καταλήγει να ενισχύει πολύ τις διοικητικές αρμοδιότητες του Συμβουλίου. Καλό θα ήταν, παραμένοντας στο πλαίσιο του νομοσχεδίου, να διευκρινιστούν οι αρμοδιότητες πρύτανη και Συμβουλίου και να ενισχυθεί η Σύγκλητος, με δεδομένη την ακαδημαϊκή πια σύνθεσή της.

Το νομοσχέδιο εισάγει σημαντικές θετικές πρόνοιες, όπως μια σαφή στρατηγική διεθνοποίησης των ΑΕΙ. Αλλες ρυθμίσεις (από το χρονικό όριο φοίτησης μέχρι τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου) ενισχύουν τη δυνατότητα σύνδεσης των πανεπιστημίων με την πραγματικότητα της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Ορίζεται χρονικό όριο σπουδών και προβλέψεις για τους εργαζόμενους φοιτητές. Εισάγεται επίσης η επαναξιολόγηση των πρωτοβάθμιων καθηγητών.

Το προσχέδιο έρχεται την ώρα που γίνονται πράγματα που δεν θα έπρεπε να γίνονται, ενώ καθυστερούν άλλα που θα έπρεπε να έχουν γίνει. Εκκρεμούν επί μήνες διορισμοί μελών ΔΕΠ που κρίθηκαν και εκλέχθηκαν από τα τμήματά τους, πολλοί αφήνοντας ερευνητικές καριέρες στο εξωτερικό. Καθυστερούν οι συγχωνεύσεις και καταργήσεις ΑΕΙ και Τμημάτων χωρίς υπόσταση, που φτιάχτηκαν απλώς για να θρέψουν πολιτικές πελατείες. Πρέπει να επιταχυνθεί ο «Καλλικράτης» στα 40 ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Επρεπε επίσης, ευθύς εξαρχής, οι μεταβατικές διατάξεις για τους υπηρετούντες λέκτορες και επίκουρους καθηγητές να είναι πλήρως υδατοστεγείς.

Ζητήματα που οφείλουν να διορθωθούν μέχρι την τελική διαμόρφωση του νόμου δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο νόμος Διαμαντοπούλου συνιστά το πιο τολμηρό και φιλόδοξο σχέδιο μεταρρύθμισης του πανεπιστημίου των τελευταίων 30 ετών. Υπάρχουν κίνδυνοι; Πολλοί. Οι νόμοι είναι ατελείς κατασκευές. Ο νέος νόμος μεταφέρει αρμοδιότητες στα ΑΕΙ και στους καθηγητές τους. Πολλές επιλογές προσώπων θα αποδειχθούν ατυχείς. Αλλα ΑΕΙ σέρνουν ήδη τον χορό της «ανυπακοής», απειλώντας ότι δεν θα εφαρμόσουν τον νόμο: αποδεικνύουν ότι το ολικό ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας μας δεν είναι τυχαίο, ότι πίσω από κάθε εξαγριωμένο συνδικαλιστή που θεωρεί δικαίωμά του να τα σπάει και να εκβιάζει το σύνολο, υπάρχουν οι δάσκαλοι του είδους, κομματάρχες λαϊκιστές και πολιτευόμενοι πρυτάνεις.

Οι παθογένειες του προηγούμενου καθεστώτος ήταν γνωστές. Τους δίναμε κάθε τόσο μια ευκαιρία να θεραπευτούν. Καταλήξαμε όμως με κάτι, που (παρά το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό) δύσκολα μοιάζει με πανεπιστήμιο, τουλάχιστον στην εξωτερική του όψη. Πολλοί θα προτιμούσαν την ασφάλεια του διαβόλου που ξέρουμε από την περιπέτεια της αλλαγής. Ο διάβολος που ξέρουμε είναι βολικός. Είναι όμως ανεπίδεκτος θεραπείας.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_24/07/2011_450352