Ξαναπιάνοντας το νήμα της μεταρρύθμισης – Καθημερινή 18/10/2009

Στο σημαντικό έργο του «Πολιτισμικός Δυισμός και Πολιτική Αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης» (Αλεξάνδρεια, 2000), ο Νικηφόρος Διαμαντούρος αναλύει την εξέλιξη της χώρας ως μια ασταθή ισορροπία ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες πολιτικές παραδόσεις: τη «μεταρρυθμιστική» και την «παρωχημένη». Η «μεταρρυθμιστική» κουλτούρα εμπνέεται από τις φιλελεύθερες αξίες των δικαιωμάτων των πολιτών και της ανοιχτής κοινωνίας, την εξωστρέφεια, τον ευρωπαϊσμό, τον συνταγματισμό, την κυριαρχία των θεσμών και την ορθολογική λειτουργία του κράτους. Η «παρωχημένη» κουλτούρα αντίθετα προάγει προστατευτισμό και εσωστρέφεια, αντιλαμβάνεται τον περιβάλλοντα κόσμο ως εχθρικό, αντιμετωπίζει τη Δύση με καχυποψία, εμφορείται από νοοτροπία θυματοποίησης, υπακούει σε μια λογική «αναφαίρετων κεκτημένων», «απαράγραπτων δικαίων» και μια έμμονη ιδέα «συρρίκνωσης του Ελληνισμού». Η «μεταρρυθμιστική» κουλτούρα εκφράζεται κυρίως από τα αστικά στρώματα εκείνα που διαθέτουν πόρους και δεξιότητες για να αντιμετωπίζουν επαρκώς τον ανταγωνισμό σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον. Η «παρωχημένη» κουλτούρα αντίθετα συνδέεται με τα λιγότερο ανταγωνιστικά στρώματα, που αντιμετωπίζουν αμυντικά τις αλλαγές, ως απειλή και όχι ως ευκαιρία. Το δίπολο αυτό τέμνει εγκάρσια το πολιτικό μας σύστημα.

Η σύγχρονη πρόοδος της χώρας είναι μια πορεία διαρκούς αναμέτρησης των δύο αυτών παραδόσεων. Τα μεγάλα άλματα εκσυγχρονισμού επένδυσαν πάντοτε στη στήριξη των πιο δυναμικών και εξωστρεφών στρωμάτων της κοινωνίας. Οταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ, η αντιδραστική δεξιά αντέδρασε. Οταν έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ, η πλειοψηφία Αριστεράς και ΠΑΣΟΚ (με τιμητική εξαίρεση το ΚΚΕ εσωτερικού) αντιτάχθηκαν σφοδρά. Οταν το ΠΑΣΟΚ το 1982 θεσμοθέτησε τον πολιτικό γάμο και εκσυγχρόνισε το οικογενειακό δίκαιο, τα παρωχημένα στρώματα της κεντροδεξιάς διαφώνησαν. Οταν το 1991, ένα νεοπαγές αδύναμο κράτος διεκδίκησε τον όρο Μακεδονία, οι πολιτικοί εκφραστές του παρωχημένου (σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) αντέδρασαν φοβικά και εθνικιστικά, εγκλωβίζοντας την Ελλάδα στο χειρότερο για τα εθνικά μας συμφέροντα αδιέξοδο. Οταν ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος συνέλεξε υπογραφές για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τρία εκατομμύρια Ελληνες υπέγραψαν, αρνούμενοι να κατανοήσουν ότι άλλο πράγμα οι προσωπικές θρησκευτικές πεποιθήσεις κι άλλο η δημόσια ιδιότητα του πολίτη. Οταν το 2001 το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να αντιμετωπίσει το ασφαλιστικό, οι συνδικαλιστές του κατέβηκαν στα πεζοδρόμια ματαιώνοντας τη μεταρρύθμιση. Οταν ο Κωστής Χατζηδάκης αποκρατικοποιούσε επιτέλους την Ολυμπιακή, οι συντεχνίες ανέβηκαν ξανά στα κεραμίδια.

Χάρη στη σωτήρια πρόσδεσή μας στην Ευρώπη, το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα εγκαθίδρυσε την υπεροχή του. Ηταν όμως μια υπεροχή που επιβίωνε μόνο με διαρκείς συμβιβασμούς και οπισθοδρομήσεις. Ενσωματώνοντας πάντοτε και τους εκφραστές του παρωχημένου. Η χώρα εκσυγχρονιζόταν παλινδρομικά, κουβαλώντας μαζί τα βραδυπορούντα στρώματα του έθνους. Στις καλύτερες στιγμές, οι αδύναμοι ενσωματώνονταν με σοβαρή κοινωνική πολιτική (ΕΣΥ, ορθολογικές κοινωνικές δαπάνες, περιφερειακή αποκέντρωση και επενδύσεις, πολιτική αναζωογόνησης της υπαίθρου). Στις χειρότερες στιγμές επιστρατευόταν ο λαϊκισμός και οι πελατειακές παροχές: διορισμοί στα δικά μας παιδιά, εξισωτισμός στη διοίκηση, ρουσφετολογικές επιδοτήσεις, αποκατάσταση «διωχθέντων», επαναπρόσληψη αγροφυλάκων… Το πελατειακό σύστημα ήταν τα λύτρα που πλήρωναν οι εκάστοτε μεταρρυθμιστές στις παρωχημένες δυνάμεις για τον εξευρωπαϊσμό της χώρας!

Η στρατηγική «μεταρρύθμιση με ενσωμάτωση» είχε συνήθως έναν όρο: ότι στην ευρεία κοινωνική συμμαχία που σχημάτιζε το κάθε κόμμα εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις παρέμεναν κυρίαρχες. Ολοι μέσα! Αλλά το λεωφορείο οδηγούν εκείνοι που βλέπουν μακριά και προς τα έξω.

Η επικράτηση ηγεσίας με φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα δεν εγγυάται βέβαια ούτε μεταρρυθμίσεις ούτε επιτυχή διακυβέρνηση, όπως απέδειξε η απελθούσα κυβέρνηση Καραμανλή. Είναι όμως μια ελάχιστη προϋπόθεση. Οι πρώτες μετεκλογικές κινήσεις της νέας κυβέρνησης Παπανδρέου δείχνουν σαφή επικράτηση του μεταρρυθμιστικού στοιχείου. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να πιάνει το εκσυγχρονιστικό νήμα από τη θεσμική εξυγίανση της πολιτικής, τον εξορθολογισμό του κράτους, τη χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Μηχανισμοί ενσωμάτωσης είναι τώρα η έμφαση στην κοινωνική αναδιανομή και η απήχηση του ονόματος Παπανδρέου στο βαθύ παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ.

Αντίθετα, η Ν.Δ. μπαίνει στη μετα-Καραμανλή εποχή με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Οι εκλογές της 4ης Οκτωβρίου έδειξαν ότι η επιρροή της έχει πλέον συρρικνωθεί στα λιγότερο δυναμικά στρώματα, στους ηλικιωμένους και στην επαρχία. Οι νεώτερες ηλικίες και τα δυναμικά μεσοστρώματα, που το 1996 και 2000 ψήφισαν Κ. Σημίτη και το 2004 στράφηκαν στον Κ. Καραμανλή, εγκατέλειψαν τώρα μαζικά τη Ν.Δ. για το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου (στοιχεία Ηλία Νικολακόπουλου). Μια τέτοια λιποβαρής και γηραλέα κοινωνική βάση καθιστά την κυριαρχία του μεταρρυθμιστικού στοιχείου στη Ν.Δ. εξαιρετικά επισφαλή. Αυτό βέβαια είναι πρωτίστως πρόβλημα της Ν.Δ. Οι συνέπειές του όμως μας αφορούν όλους.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/10/2009_333889