Οι δυο αλήθειες – Καθημερινή 07/03/2010

Σε αυτή την κρίσιμη μάχη εθνικής οικονομικής επιβίωσης, δύο ανταγωνιστικές θεωρήσεις συγκρούονται. Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο έχουν δίκιο.

Η μια θεώρηση (ας την ονομάσουμε για ευκολία «εθνική») λέει περίπου τα εξής: Η επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή θα ήταν μονόδρομος ακόμα κι αν δεν μας την επέβαλε η Ε.Ε. Είχαμε το μεγαλύτερο δημόσιο έλλειμμα στην Ευρώπη, το 2009, και το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος. Οι δημόσιες δαπάνες εκτοξεύθηκαν στο 52% του ΑΕΠ, ενώ τα έσοδα κατέρρευσαν στο 39%. Το έλλειμμα αυτό πληρώνουμε πανάκριβα στις αγορές, που αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης των τεράστιων δανειακών μας αναγκών. Ο φαύλος κύκλος δεν θα σπάσει αν δεν μειώσουμε δραστικά το δημόσιο έλλειμμα, για να πέσει το κόστος χρηματοδότησής του.

Πάνω από 40% των πρωτογενών δαπανών του κράτους το 2009 αφορούσαν μισθούς και συντάξεις, επισημαίνει η εθνική θεώρηση. Μόνο το 2009 οι δημόσιες δαπάνες για μισθούς και συντάξεις αυξήθηκαν κατά 11%. Είναι μεγάλο το κόστος διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αυξήθηκαν υπέρμετρα – μόνο την προηγούμενη πενταετία προστέθηκαν άλλοι 75.000. Δεν υπάρχει τρόπος να μειωθεί το έλλειμμα χωρίς να πέσει το μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα, όσο μεγάλη κι αν είναι η προσπάθεια αύξησης των φορολογικών εσόδων.

Το πρόβλημα δεν σταματά εδώ, συνεχίζει η εθνική θεώρηση. Δεν γίνεται, στο όνομα της μητρότητας, να συνταξιοδοτούνται εργαζόμενες στα 50, όταν τα παιδιά τους έχουν τελειώσει πανεπιστήμιο. Δεν γίνεται να μην αλλάξει το ασφαλιστικό μας σύστημα, όταν με τα υπάρχοντα δεδομένα σε 25 χρόνια οι συντάξεις θα καταπίνουν το ένα πέμπτο του ΑΕΠ της χώρας.

Εχουμε, τέλος, τεράστια υστέρηση ανταγωνιστικότητας, καταλήγει η εθνική θεώρηση. Το 2009, η Ελλάδα ήταν μία από τις πιο αφιλόξενες χώρες στην επιχειρηματικότητα (ease of doing business), 109η επί συνόλου 183 στη λίστα της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η δυνατότητά μας να προσελκύουμε επενδύσεις είναι απελπιστική. Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να διορθωθεί χωρίς μεταρρύθμιση του κράτους, προστασία του ανταγωνισμού, μισθολογική αυτοσυγκράτηση, αύξηση της παραγωγικότητας και γενναίες δόσεις εξωστρέφειας. Ποιότητα τουρισμού, υπηρεσίες Υγείας, υποδομές φιλοξενίας εύπορων Βορειοευρωπαίων συνταξιούχων. Ξενόγλωσσα αυτοδιοικούμενα πανεπιστήμια –όπως προτείνει ο καθηγητής του LSE Ηλίας Μόσιαλος. Πράσινη ανάπτυξη. Σε όλα τα παραπάνω, η «εθνική θεώρηση» έχει δίκιο.

Στον αντίποδα, η «υπερεθνική» θεώρηση επισημαίνει ότι το ελληνικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι και πρόβλημα του ευρωπαϊκού Νότου, που εντάθηκε την τελευταία δεκαετία. Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα του Νότου είναι η αντίστροφη όψη των εξωτερικών πλεονασμάτων του ευρωπαϊκού Βορρά. Η υποχώρηση του Νότου αντανακλά την αντίστοιχη αύξηση ανταγωνιστικότητας της Γερμανίας, μέσα από μεταρρυθμίσεις και μισθολογική αυτοσυγκράτηση των Γερμανών εργαζομένων επί σχεδόν δεκαετία.

Η υπερεθνική θεώρηση λέει επίσης ότι το κόστος δανεισμού της Ελλάδας διογκώνει υπέρογκα η κερδοσκοπική πίεση των διεθνών χρηματαγορών. Τα περίφημα «γυμνά CDS», τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα συμβόλαια ως αυτοτελές προϊόν και όχι ως ασφάλιση επενδυτικού κινδύνου, πολλαπλασιάζουν την υποτιμητική κερδοσκοπία εναντίον κρατικών ομολόγων. Υπενθυμίζει επίσης η θεώρηση αυτή ότι την παγκόσμια κρίση του 2008 – 09 δημιούργησε η ασυδοσία των χρηματοπιστωτικών αγορών, οι εθνικές κυβερνήσεις επωμίστηκαν τεράστια ελλείμματα και χρέη για να αντιμετωπίσουν την κρίση, και τώρα περνάνε το κόστος στους φορολογουμένους. Και ότι πρέπει επομένως να περιοριστεί δραστικά η δυνατότητα του αμιγώς κερδοσκοπικού χρηματοοικονομικού τομέα να εκμεταλλεύεται την κινητικότητα του κεφαλαίου για να επιτυγχάνει φορολογική και ρυθμιστική ασυλία. Χρειάζεται άμεσα στενός συντονισμός οικονομικής και φορολογικής πολιτικής στην ΟΝΕ, αυστηρότεροι ρυθμιστικοί κανόνες και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Ποιο είναι το πρόβλημα, αφού οι δύο θεωρήσεις είναι καταφανώς συμπληρωματικές; Το πρόβλημα είναι ότι η «υπερεθνική» θεώρηση καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει την επώδυνη προσαρμογή αρκεί η Ευρώπη να αποφασίσει να μας ξελασπώσει. Οτι, ακόμα περισσότερο, περίπου μας το οφείλει. Και ότι εφόσον η κρίση μας είναι μέρος της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, «την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία». Ομως, στο μεταξύ, η Ελλάδα θα έχει καταρρεύσει.

Η κρίση αναδεικνύει την ανάγκη οικονομικής διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Η Γερμανία μπορεί να διασώσει το ευρώ αν αναλάβει τις ευθύνες της ως ηγετική δύναμη της Ευρωζώνης, τονώνοντας την εγχώρια ζήτηση και παρέχοντας προσωρινή δημοσιονομική στήριξη στις χώρες του Νότου. Θα το κάνει μόνο αν κι εμείς έχουμε αναλάβει πλήρως τις δικές μας ευθύνες. Θα το κάνει επίσης για να περισώσει ένα συλλογικό ευρωπαϊκό αγαθό και όχι γιατί μας το χρωστάει.

Η ενοχλητική αντίφαση της οικονομικής κρίσης του ευρωπαϊκού Νότου είναι ότι επιβάλλει ταυτόχρονα δύο πράγματα: άμεση προσαρμογή στους υπερεθνικούς κανόνες και συμβολή για να αλλάξουν οι κανόνες αυτοί. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε να αλλάξει το πλαίσιο ως προϋπόθεση για να προσαρμοστούμε. Αλλά αν την εθνική προσαρμογή δεν ακολουθήσει η ευρωπαϊκή αλλαγή, ο Νότος και το ευρώ θα δοκιμαστούν σκληρά.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_07/03/2010_393333