Οι ζωές των άλλων – Καθημερινή 12/10/2008

«Ρευστοποιήστε την εργασία, ρευστοποιήστε μετοχές, ρευστοποιήστε τους αγρότες, τη γη και τα ακίνητα… καθαρίστε τη σαπίλα από το σύστημα!», προέτρεπε ο υπουργός Οικονομικών Andrew Mellon τον πρόεδρο Hoover τις μέρες του μεγάλου κραχ του 1929. Μια μεγάλη ύφεση, ένα ναζισμό, έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, έναν υπαρκτό σοσιαλισμό και 79 χρόνια αργότερα, ακόμα και η σημερινή αποτυχημένη κυβέρνηση της Αμερικής ξέρει τουλάχιστον κάτι παραπάνω από το να αντιμετωπίζει τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση σαν μια κρίση πολυφαγίας, θεραπεύσιμη με εντατική νηστεία και απίσχνανση του ασθενούς.

Ο καπιταλισμός κέρδισε τη μάχη με τους αντιπάλους του όποτε εγγυήθηκε την ευημερία των πολλών κι ένα μίνιμουμ επίπεδο ασφάλειας στις περιόδους ύφεσης και κρίσης. Η πλειοψηφία είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τον ταχύτερο πλουτισμό των ολίγων, αρκεί ένα μέρος του πλούτου να κυλάει προς τα κάτω, διαχεόμενο στην κοινωνία. Η στιγμή που ο μέσος πολίτης νιώθει τις καταθέσεις του να απειλούνται είναι η στιγμή που το σύστημα κραυγάζει για σοβαρή μεταρρύθμιση. Γιατί οι αποταμιεύσεις των ανθρώπων στη δημοκρατία δεν είναι απαξιωμένα περιουσιακά στοιχεία, για να διαγράφονται μαζί με τα «τοξικά» ομόλογα. Στη δημοκρατία, οι ζωές των άλλων μετρούν.

Η γενιά των golden boys της Wall Street, ανιστόρητη, πολιτικά απαίδευτη, ξεκίνησε να κάνει τη μεγάλη αρπαχτή. Απληστη και οικονομικά αναλφάβητη. Τι κι αν, καιρό τώρα, προειδοποιούσαν οι σοβαροί οικονομολόγοι ότι στο σύστημα σωρεύονται τεράστιοι κίνδυνοι. Οτι η ιλιγγιώδης ρευστότητα πρέπει να χαλιναγωγηθεί. Οτι ο υπερδανεισμός (των καταναλωτών από τις τράπεζες, των τραπεζών από τους διεθνείς επενδυτές) δεν ήταν πια διατηρήσιμος. Οτι οι «εκτός ισολογισμών» συναλλαγές σωρεύουν ανυπολόγιστους κινδύνους για τις τράπεζες. Οτι η χαλάρωση των κανόνων στις επενδυτικές τράπεζες και το κενό εποπτείας των private equity και hedge funds αποσταθεροποιούν το σύνολο του συστήματος.

Δεν έφταναν βέβαια οι μετρημένες αποδόσεις του 5%-15%, στις οποίες αρκούνται οι πραγματικές επιχειρήσεις (αυτές που επενδύουν κεφάλαια, στήνουν εξοπλισμό, απασχολούν εργαζομένους, παράγουν προστιθέμενη αξία αντί για χρηματοοικονομικά τρικ). Εδώ εφευρέθηκε η παραγωγή χρήματος από το τίποτα. Τα τραπεζικά στελέχη εκτόξευαν τις αμοιβές τους επενδύοντας σε οτιδήποτε εμφάνιζε υψηλές βραχυπρόθεσμες αποδόσεις (άρα και πολλαπλάσιους μελλοντικούς κινδύνους). Χρησιμοποιώντας κεφάλαια που κατά 30 προς 1 ή ακόμα και 60 προς 1 ήταν δανεικά. Για την κατάρρευση χρειαζόταν μόνο να αντιστραφούν οι προσδοκίες αέναης αύξησης των τιμών, να πέσουν οι αξίες και οι δανειστές να ζητήσουν πίσω τα κεφάλαιά τους. Και αυτό ακριβώς έγινε. Οι ρυθμιστικές αρχές είχαν ήδη αλωθεί από την εποπτευόμενη Wall Street, αφήνοντας το σύστημα απροστάτευτο. Αντί να αγρυπνά στη σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος, το κράτος είχε αποκοιμηθεί μπροστά στην τηλεόραση.

Κάθε μεγάλη κρίση καλεί για αναθεώρηση «παραδείγματος», δηλαδή του κυρίαρχου «αφηγήματος». Ο αχαλίνωτος χρηματιστικός καπιταλισμός αφομοίωσε καλά το στόρι των αποτυχιών του κράτους, αλλά ξέχασε τις αποτυχίες της αγοράς. Πείστηκε για την ιδιοτέλεια των κρατικών γραφειοκρατών (δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο) αλλά λησμόνησε την ιδιοτέλεια των ιδιωτικών μάνατζερ. Εμπέδωσε την ορθολογικότητα των πληροφορημένων επενδυτών αλλά ξέχασε την ασυμμετρία της πληροφόρησης: αυτός που πακετάρει το προϊόν ξέρει πάντα περισσότερα από εκείνον που το αγοράζει! Και ποια ορθολογικότητα; Οσοι έζησαν οποιαδήποτε από τις μανίες, τους πανικούς και τα κραχ που αναλύει ο Charles Kindleberger (Manias, Panics and Crashes) γνωρίζουν καλά ότι το επενδυτικό αμόκ, η ψυχολογία της αγέλης και οι έξοδοι πανικού είναι το υλικό με το οποίο φτιάχνονται -και σκάνε- οι μεγάλες χρηματοοικονομικές φούσκες. Και σήμερα πάλι ο φόβος κινεί τις αγορές.

Από μια κρίση μπορεί να αντληθούν τα σωστά και τα λάθος συμπεράσματα. Ο καπιταλισμός, και ιδίως ο αμερικανικός, χρειάζεται βαθιές διορθώσεις επειγόντως. Αλλά εξακολουθεί να είναι το σύστημα με τη μοναδική ικανότητα να παράγει ευημερία σεβόμενο την ελευθερία επιλογών. Η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση, που απλώθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μετά τη δεκαετία του ’80, έφερε μαζί της και σημαντικά ωφελήματα. Ενίσχυσε και εξυγίανε την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, που στην Ελλάδα λειτουργούσαν ως προβληματικό ταμείο αδιαφανών χρηματοδοτήσεων και μετακύλισης κόστους στους αποταμιευτές. Συνέβαλε στον χαμηλό πληθωρισμό, που προστάτευσε τα πραγματικά εισοδήματα, διεύρυνε τις ευκαιρίες δανειοδότησης, παρέχοντας στα μεσαία νοικοκυριά τη δυνατότητα να αποκτήσουν σπίτι και άνετο επίπεδο ζωής. Ομως άφησε ολόκληρους κλάδους αρύθμιστους. Ηρθε η ώρα ξανά να υπαχθούν στον έλεγχο της δημοκρατίας.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_12/10/2008_288103