Οι μουγγοί και οι φωνακλάδες – Καθημερινή 02/12/2007

Η ανάγκη ασφαλιστικής μεταρρύθμισης είναι γνωστή εδώ και δύο δεκαετίες. Η κατάσταση δεν είναι βιώσιμη. Σειρά εκθέσεων και μελετών –μεταξύ των οποίων της ίδιας της ΓΣΕΕ– από το ’90 αποτυπώνουν το εκρηκτικό μέγεθος του προβλήματος. Κι όμως, μόλις η κυβέρνηση έθεσε το ασφαλιστικό, η αντίδραση αντιπολίτευσης, συνδικάτων και ΜΜΕ έφτασε τα όρια της υστερίας. Το θέμα δεσπόζει στην επικαιρότητα με ορολογία πολεμικών ανακοινωθέντων: «γροθιά», «σοκ», «επίθεση», «αντίσταση», «θα γίνει της Γαλλίας». Γιατί η κοινωνία αντιδρά με τέτοια οξύτητα; Και πού είναι η φωνή των τριαντάρηδων και σαραντάρηδων, που χωρίς ασφαλιστική μεταρρύθμιση κινδυνεύουν να βρουν χρεοκοπημένα ταμεία;

Μια πρώτη εξήγηση είναι ότι η κυβέρνηση δεν εμπνέει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για να ζητήσει θυσίες. Το κράτος δεν έχει καταβάλει το μερίδιό του. Τα «δομημένα ομόλογα» δεν έχουν ξεχαστεί. Η επιλεκτική μεταχείριση προνομιούχων ομάδων προκαλεί.

Η δεύτερη εξήγηση είναι ότι η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, παρότι αναγκαία για το γενικό συμφέρον, δημιουργεί χαμένους, αφαιρεί κεκτημένα. Οι δυνητικά ζημιούμενοι, έχοντας την εμπειρία του παρελθόντος, γνωρίζουν ότι όσο οξύτερα αντιδράσουν τόσο πιθανότερη η ακύρωση των αλλαγών και η αποτροπή άλλων μελλοντικών.

Ομως δύο πράγματα παραμένουν εντυπωσιακά. Η υποστήριξη των αλλαγών, ακόμα και στο εσωτερικό της κυβέρνησης, είναι εξαιρετικά υποτονική. Και, για ένα ζήτημα τόσο κεφαλαιώδες, η απουσία εποικοδομητικής δημόσιας συζήτησης είναι εκκωφαντική.

Η βαθύτερη εξήγηση παραπέμπει σε κάτι ευρύτερο. Ο ιδεολογικός χώρος του μεταρρυθμισμού στην Ελλάδα υπήρξε και παραμένει διακομματικά ασθενής. Ο ρεφορμιστής Σημίτης επέβαλε προσωρινά την πολιτική του στο κόμμα του – όμως δεν το άλλαξε. Τελικά υποχρεώθηκε σε υπαναχώρηση. Η κυβέρνηση Καραμανλή κλίνει τη «μεταρρύθμιση» σε όλες τις πτώσεις. Ομως τα βήματά της θυμίζουν πυροτεχνουργό σε ναρκοπέδιο.

Η κατ’ εξοχήν επικράτεια του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος, δηλαδή ο κοινωνικά δυναμικός, ιδεολογικά μετριοπαθής εκείνος χώρος που οριοθετείται μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας, συνιστά περιθωριοποιημένη μειοψηφία στο εσωτερικό των δύο μεγάλων κομμάτων.

Ακούγεται παράδοξο αυτό για ένα δικομματικό σύστημα που ομνύει στα «μεσαία στρώματα» και τον «μεσαίο χώρο». Ομως τα φαινόμενα απατούν. Η κυρίαρχη σχολή σκέψης στη Ν.Δ. προάγει έναν δεξιό τακτικίστικο εμπειρισμό, προσηλωμένο στη μεγιστοποίηση πολιτικού ελέγχου αντί της προώθησης αλλαγών και στις δημοσκοπήσεις αντί της διακυβέρνησης. Ο μεσαίος χώρος δεν είναι μεταρρυθμιστική ιδεολογία, αλλά επικοινωνιακό εύρημα προκειμένου να απαλλαγεί η Ν.Δ. από την ούτως ή άλλως υπερβολική στάμπα της ανάλγητης νεοφιλελεύθερης Δεξιάς. Ο χαρακτηρισμός αυτός εκπορεύεται από μια ιδεολογικά ηγεμονική Αριστερά, που υποκαθιστά τον προοδευτικό λόγο με εξορκισμούς της παγκοσμιοποίησης και την κοινωνική πολιτική με υπεράσπιση συντεχνιακών κεκτημένων.

Μια ιδεολογία αποκτά ηγεμονικές αξιώσεις όταν υπάρχουν οι θεσμοί εκείνοι που επιτρέπουν την αναπαραγωγή της. Ποιοι είναι αυτοί οι θεσμοί που θα προωθούσαν τις αξίες μιας φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα; Τα συνδικάτα του «δεν συζητώ – δεν διαπραγματεύομαι – αποχωρώ από τον διάλογο»; Η δημόσια διοίκηση – μαγαζί των κομματικών βαρόνων; Η Δικαιοσύνη μόνιμος στόχος πολιτικής ποδηγέτησης; Τα σχολεία των καταλήψεων και των διευθυντών που επιλέγονται από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις; Τα πανεπιστήμια της γραφειοκρατικής ασφυξίας και ιδεολογικής δυσανεξίας; Η τηλεόραση των παρουσιαστών που ονειρεύονται να αλληλοδαρούν οι καλεσμένοι τους σε κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο; Ακόμα και η Εκκλησία μας αντί της πνευματικότητας θητεύει στον διχαστικό πολιτικαντισμό. Πού είναι λοιπόν οι θεσμοί που θα καλλιεργήσουν τον φιλελεύθερο λόγο ενός προοδευτικού μεταρρυθμισμού;

Η Ιστορία δεν βοήθησε. Ο φιλελεύθερος ρεφορμισμός στη μετεμφυλιακή Ελλάδα είτε απορροφήθηκε από το αυταρχικό αντικομμουνιστικό κράτος είτε παρέμεινε στο περιθώριο. Μετά το 1974, η πόλωση της μεταπολίτευσης κονιορτοποίησε ξανά ό,τι είχε απομείνει από τη ρεφορμιστική και φιλελεύθερη παράδοση. Αλλοι εντάχθηκαν στην ευρωκομμουνιστική Αριστερά, άλλοι εξαφανίστηκαν στα θνησιγενή σχήματα του Κέντρου, άλλοι απορροφήθηκαν στον χυλό της πολυσυλλεκτικής Ν.Δ. και άλλοι ενσωματώθηκαν στο λαϊκίζον τότε αντιδυτικό ΠΑΣΟΚ.

Ετσι δύο ισχυροί αντίπαλοι πόλοι σχηματοποιήθηκαν. Ο ένας ηγεμόνευσε στην οικονομία, ο άλλος στις ιδέες. Ο δεξιός πόλος υπήρξε απολίτικος ή ενστικτωδώς συντηρητικός. Εγκατέλειψε το πεδίο των ιδεών σε μια Αριστερά υπερπολιτικοποιημένη, ιδεολογικά μαξιμαλιστική, ενστικτωδώς συγκρουσιακή και αδιάλλακτα καταγγελτική.

Απλώνονται λοιπόν τώρα μπροστά μας ζωντανές οι συνέπειες αυτής της στρέβλωσης. Η μεγαλύτερη μεταβολή στο κοινωνικό μας κράτος «συζητείται» σε έναν «κοινωνικό διάλογο» μεταξύ των μουγγών και των φωνακλάδων.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, gpag@aueb.gr

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_02/12/2007_251077