Ο ανήφορος και το Κούγκι – Καθημερινή 23/01/2011

Κάθε κρίση συνειδητοποιείται σε δύο διαστάσεις. Η πρώτη είναι η βιούμενη εμπειρία της στον ενεστώτα χρόνο: τραυματική, φαινομενικά ατελείωτη. Η δεύτερη είναι η σύνδεσή της με τον ιστορικό χρόνο, η προέλευσή της και η πιθανολογούμενη πορεία εξέλιξής της. Θα είναι η ελληνική οικονομική κρίση του 2010-11 το χαμηλότερο σημείο πριν από την ανάταξη; Θα είναι ένα ενδιάμεσο σημείο πριν από μια ακόμα βαθύτερη πτώση; Θα είναι η αρχή μιας μακράς αργής βύθισης;

Το κακό είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση –κι ας αφθονούν γύρω μας οι αυτόκλητοι προφήτες και οι κατ’ επάγγελμα μοιρολογίστρες. Το καλό είναι ότι η απάντηση εξαρτάται κυρίως (αν και όχι αποκλειστικά) από μας.

Δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε αν ξεχάσουμε από πού ερχόμαστε. Με τον εκδημοκρατισμό και την εισδοχή στο κλαμπ της Ευρώπης, η Ελλάδα εξελίχθηκε από έθνος αποταμιευτών σε έθνος καταναλωτών και δανειοληπτών, από χώρα μεταναστευτικής προέλευσης σε χώρα μεταναστευτικού προορισμού, από νεαρή σε γηράσκουσα κοινωνία, από χώρα υπολειπόμενου κοινωνικού κράτους σε χώρα υψηλών (αλλά στρεβλών) κοινωνικών δαπανών, από οικονομία διψασμένη για κεφάλαια σε οικονομία πνιγμένη στη ρευστότητα. Ηδη από το ’80, οι καταναλωτικές επιθυμίες ικανοποιούνταν «εδώ και τώρα», οδηγώντας σε πτωτική συσσώρευση κεφαλαίου, χαμηλή ανάπτυξη και υψηλό πληθωρισμό. Με τη Μεταπολίτευση οι κοινωνικές διεκδικήσεις έφτασαν στο ζενίθ, μετά το μασάζ λαϊκισμού του ’80 ουδέποτε υποχώρησαν.

Στην οικονομική μεγέθυνση μπήκαμε ξανά μετά τα μέσα του ’90, με τον συνδυασμό κοινοτικών εισροών και νοικοκυρέματος στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Η περίοδος 1994-2008 χαρακτηρίστηκε από ταχύτατη ανάπτυξη και τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιων ελλειμμάτων και πληθωρισμού, μετά το 1974.

Ομως μια παρατεταμένη περίοδος οικονομικής άνθησης (όπως όλοι οι ανοδικοί κύκλοι) κάποια στιγμή θα τερματιζόταν. Ιδίως αφού στηρίχθηκε στον εκτεταμένο δανεισμό, την κατανάλωση, τις εισαγωγές και τους εργολάβους. Ιδίως αφού δεν μειώθηκε το δημόσιο χρέος. Ιδίως αφού ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός μεν, αλλά μονίμως υψηλότερος από την Ευρωζώνη, κι η ανταγωνιστικότητα κατέρρευσε. Ιδίως αφού η σωρευτική αύξηση ακαθάριστων ονομαστικών αποδοχών το 1994-2009 ήταν 191% για τον δημόσιο τομέα και 256% για τις δημόσιες επιχειρήσεις. Αυτό σήμαινε ακριβότερα προϊόντα και υπηρεσίες του Δημοσίου, υψηλότερους φόρους, επιβάρυνση του ιδιωτικού και εξωστρεφούς τομέα (έρευνα Θ. Μούτου και Ε. Φωτονιάτα).

Να λοιπόν η σύγκρουση μεταξύ διεθνοποίησης της οικονομίας και μειούμενης ανταγωνιστικότητας, μεταξύ περιορισμένων παραγωγικών επιδόσεων και διευρυνόμενων καταναλωτικών αναγκών. Σύγκρουση που εκτονώθηκε με τη διόγκωση του δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού, που αποτυπώθηκε στα υψηλά δημόσια και εξωτερικά ελλείμματα. Η κορύφωσή τους σε περιβάλλον παγκόσμιας κρίσης μάς οδήγησε στην κρίση δανεισμού του 2010 και στην αγκαλιά του μηχανισμού διάσωσης.

Τώρα η οικονομία μας είναι κλειδωμένη σε μια διπλή κρίση: κρίση δημόσιου χρέους, που επιβάλλει συρρίκνωση του δημόσιου ελλείμματος. Και κρίση εξωτερικού ισοζυγίου, που επιβάλλει στροφή στην εξωστρεφή ανάπτυξη.

Στην περίοδο της δραχμής, τέτοιες ανισορροπίες αυτοδιορθώνονταν. Η κυβέρνηση υποτιμούσε το νόμισμα και έριχνε ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα που μείωνε τις δαπάνες και πάγωνε τους μισθούς. Τα πραγματικά εισοδήματα μειώνονταν ραγδαία από τον υψηλό πληθωρισμό και τις ακριβότερες εισαγωγές, περισσότερο ίσως από ό,τι σήμερα με τις μειώσεις ονομαστικών αποδοχών. Αλλά οι εξαγωγές ενισχύονταν καθώς η χώρα γινόταν φθηνότερη.

Ομως, στο ευρώ οι νομισματικές κρίσεις αντικαταστάθηκαν από φούσκες δανεισμού και, όπως έγραφε ο Γ. Χαρδούβελης, σωρευτικές μακροχρόνιες ανισορροπίες. Το ξυπνητήρι τέθηκε εκτός λειτουργίας. Εκεί όπου ένα έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών 3,3% το 1985 οδηγούσε σε 15% υποτίμηση, ένα έλλειμμα ρεκόρ 14% το 2008 παρήγαγε απλώς πανικόβλητη απραξία. Η κρίση σωρευόταν, η έκρηξή της σαρωτική.

Είμαστε λοιπόν στην τέλεια καταιγίδα, στην ταυτόχρονη συνάντηση δύο μεγα-κρίσεων: και κρίση χρέους και κρίση ανταγωνιστικότητας. Πολύ δύσκολη η ταυτόχρονη αντιμετώπισή τους. Ελλείψει νομισματικού εργαλείου, η «εσωτερική υποτίμηση» (μείωση μισθών, τιμών και ελλειμμάτων) μαζί με άνοιγμα των αγορών είναι η μόνη πολιτική για ανάκτηση ανταγωνιστικότητας και δημοσιονομικής ισορροπίας. Ηδη τα αποτελέσματα είναι θετικά. Ομως έτσι επιτείνεται η ύφεση, επιδεινώνεται ο λόγος δημόσιου χρέους/ ΑΕΠ, οδηγώντας σε αποπληθωρισμό του χρέους. Από αυτή την παγίδα χρέους, η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει χωρίς συντονισμένη, συμφωνημένη ευρωπαϊκή λύση, μείωσης του βάρους του χρέους ή/και του κόστους εξυπηρέτησής του.

Γι’ αυτό είναι βάσιμη (ως προφανής) η διαπίστωση της αντιπολίτευσης ότι οι πολιτικές του Μνημονίου επιτείνουν την ύφεση. Γι’ αυτό επίσης είναι απολύτως λάθος το συμπέρασμα της αντιπολίτευσης να εγκαταλειφθεί το Μνημόνιο. Η προσαρμογή στη βάση του Μνημονίου είναι η μόνη που δημιουργεί προϋποθέσεις ανάταξης της οικονομίας σε βιώσιμες βάσεις. Και είναι απαραίτητη για την ανάκτηση εθνικής αξιοπιστίας: μόνον έτσι μπορούμε να συμμετάσχουμε σε μια ευρωπαϊκή λύση ελάφρυνσης του βάρους του χρέους, τη μόνη που μπορεί να μας βγάλει από την παγίδα χωρίς να μας ρίξει στον γκρεμό της μονομερούς χρεοκοπίας και περιθωριοποίησης.

Είναι ένας ανήφορος που έχει διέξοδο. Αν, αντίθετα, ακολουθήσουμε τις υστερικές κραυγές της ανομίας και «ανυπακοής», τους ουρανοκατέβατους εθνοσωτήρες, που τυλιγμένοι με τη σημαία και με μηδενική συναίσθηση χώρου, χρόνου και διεθνούς περιβάλλοντος μας καλούν να ανατιναχτούμε όλοι μαζί στο νέο Κούγκι του Ελληνισμού για να τιμωρήσουμε τους Γερμαναράδες, ε τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας.

*Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_23/01/2011_429823