Ο θυμός του Αποστόλη – Καθημερινή 06/09/2009

Ο Aποστόλης είναι 48 ετών και αγωνιά. Εχει μια μικρή επιχείρηση πληροφορικής. Τα έσοδά του συρρικνώνονται τον τελευταίο χρόνο. Κράτος και ιδιώτες πελάτες έχουν παγώσει τις πληρωμές. Η επιχείρηση του Αποστόλη είναι υγιής και παραγωγική. Ομως πρόσφατα προέκυψε ανταγωνιστής με προνομιακές προσβάσεις στον δημόσιο οργανισμό που αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη του Αποστόλη. Ο Αποστόλης μπορεί να νικήσει τον ανταγωνισμό στην ποιότητα και στις τιμές, δεν έχει όμως μάθει να παίρνει δουλειές μοιράζοντας μίζες.

Ο Αποστόλης θυμάται σαν εφιάλτη τη γραφειοκρατία που υπέστη για να ξεκινήσει την επιχείρησή του. Θα ήταν σχεδόν εξίσου δύσκολο να την κλείσει. «Το ελληνικό κράτος σε εμποδίζει να γεννηθείς, δεν σου επιτρέπει και να πεθάνεις», σκέφτεται πικρόχολα. Οι δουλειές του Αποστόλη έχουν παγώσει. Δεν ξέρει πόσο ακόμα θα μπορεί να διατηρεί τους δέκα υπαλλήλους αν η κρίση συνεχιστεί. Οι ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνει είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Το κράτος του χρεώνει την εισφοροδιαφυγή ορισμένων μεγάλων και ισχυρών. Η ιδέα ότι θα πρέπει να απολύσει τον αρρωσταίνει – οι περισσότεροι είναι μαζί του από το ξεκίνημα της επιχείρησης. Παρηγορείται προσπαθώντας να δει το θέμα στατιστικά… Πρόσφατα διάβασε ότι η Ελλάδα εξαιρείται από τους πίνακες ανεργίας της Ε. Ε. – η Eurostat θεωρεί τα ελληνικά στοιχεία αναξιόπιστα.

O Αποστόλης μεγάλωσε έχοντας βασικά εμπιστοσύνη «στο σύστημα». Γι’ αυτόν και την οικογένειά του το σύστημα είχε κάνει τη δουλειά του. Φτωχά αγροτόπαιδα οι γονείς του, στην Ελλάδα του ’50 και του ’60, δούλεψαν και πρόκοψαν, ώστε ο ίδιος να γεννηθεί σε μεσοαστικό περιβάλλον. Απόφοιτος πρότυπου δημόσιου σχολείου (ποτέ δεν συγχώρησε το πρώιμο λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ που τα κατάργησε), ο Αποστόλης μπήκε στο Πολυτεχνείο, έκανε μεταπτυχιακό στην Αγγλία και βρήκε γρήγορα δουλειά πριν ξεκινήσει τη δική του. Ομως, φοβάται, τα παιδιά του θα αντιμετωπίσουν μεγάλες δυσκολίες, σε μια εθνική οικονομία καταχρεωμένη.

Προοδευτικών αντιλήψεων, ο Αποστόλης και η γυναίκα του Ελένη έγραψαν αρχικά τα δύο παιδιά τους στο δημόσιο της γειτονιάς. Η πρώτη δασκάλα ήταν καλή, όχι όμως και η δεύτερη. Πρόπερσι, με τις μαθητικές καταλήψεις, το σχολείο έκλεισε για βδομάδες. Τα παιδιά έμεναν στο σπίτι, οι γονείς δεν είχαν τι να τα κάνουν. Η Ελένη έχει αφήσει τη δουλειά της – δεν είχε κάποιον να φροντίζει τα παιδιά. Ολοήμερο σχολείο δεν υπάρχει στην περιοχή. Από πέρυσι τα έβαλαν σε ιδιωτικό.

Ο Aποστόλης πληρώνει ιδιωτική ασφάλιση για την οικογένειά του. Φοβάται ότι μέχρι να βγει στη σύνταξη το ασφαλιστικό σύστημα θα έχει καταρρεύσει. Η εφορία του ζήτησε έκτακτη εισφορά, γιατί τα εισοδήματά του πρόπερσι ξεπέρασαν οριακά τις 60.000 ευρώ. Φέτος, φοβάται, δεν θα έχει ούτε τα μισά. Ο Aποστόλης είναι ελαφρώς κολακευμένος που το κράτος τον θεωρεί πλούσιο. Ο ίδιος όμως ξέρει πόσο ζορίζεται. Η κυβέρνηση, που του ζητάει να πληρώσει το έλλειμμα, αφήνει ανείσπρακτες βεβαιωμένες οφειλές δισεκατομμυρίων. Στα γειτονικά βόρεια προάστια, πλήθος βίλες ανήκουν σε οφσόρ. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες, που πλούτισαν στην παραοικονομία, δηλώνουν ίσως εισοδήματα χαμηλότερα από τα δικά του. Ο Αποστόλης και η Ελένη πρέπει να κάνουν οικονομίες. Τα παιδιά τους θα σπουδάσουν έξω. Τους επηρέασαν οι εικόνες των πανεπιστημιακών καταλήψεων και καταστροφών. Ο Αποστόλης ξέρει ότι στα ελληνικά ΑΕΙ υπάρχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Θέλει όμως τα παιδιά του να φοιτήσουν σε οργανωμένα πανεπιστήμια, που δεν θα τα κλείνουν αυθαίρετες μειοψηφίες.

Ο Αποστόλης γνωρίζει ότι ανήκει στους εύπορους της μεσαίας τάξης, ότι η μεγάλη πλειονότητα συμπολιτών του έχει μεγαλύτερες αγωνίες από τις δικές του. «Τι να πουν κι εκείνοι που ζουν με 20.000 ευρώ…». Αναρωτιέται αν παίρνει τίποτα πίσω για τους φόρους που καταβάλλει: υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση, τα πληρώνει από την τσέπη του. Το κράτος είναι ανίκανο να εμποδίσει τους κουκουλοφόρους που έκαψαν την Αθήνα, ανίκανο να αποτρέψει τους οικοπεδοφάγους στις πυρκαγιές που παραλίγο να κάψουν το σπίτι του…

Ο Αποστόλης θα παρακολουθήσει τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη. Ψήφισε Σημίτη το 1996 και το 2000, Καραμανλή το 2004 και -με μισή καρδιά- το 2007. Δεν συγχωρεί τον Καραμανλή, όχι τόσο γιατί απέτυχε όσο διότι σπατάλησε το γενναιόδωρο πολιτικό κεφάλαιο με το οποίο ανήλθε στην εξουσία – σε μια Ελλάδα που το 2004 ζούσε ακόμα τον καλύτερο εαυτό της. Αντί να βελτιώσει το κράτος και τους θεσμούς, η Ελλάδα κατρακύλησε ακόμα πιο πίσω. Θα παρακολουθήσει λοιπόν τη συνέντευξη Καραμανλή. Ξέρει όμως ότι δεν έχει τίποτα πια να περιμένει και τίποτα να ελπίζει από μια κυβέρνηση Καραμανλή. Και αυτή τη φορά είναι θυμωμένος.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/09/2009_328235