Ο σκαντζόχοιρος και η αλεπού – Καθημερινή 16/12/2007

Είκοσι χρόνια πριν, ο ΟΤΕ ήταν παραμάγαζο του κομματικού κράτους και ασχολείτο με τηλεφωνικές υποκλοπές αντιπάλων. Η άμεση τοποθέτηση τηλεφώνου αποτελούσε ακόμα περιζήτητο πολιτικό ρουσφέτι. Λίγα χρόνια αργότερα, η απόπειρα ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ συνέβαλε στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε ένα κλίμα εθνικολαϊκιστικής υστερίας.

Hταν το κύκνειο άσμα της κρατικίστικης αντιπολιτευτικής δημαγωγίας. Η μετέπειτα πορεία δικαίωσε και την προσπάθεια αποκρατικοποίησης και την αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή, το μείγμα όμως άλλαξε. Η μερική αποκρατικοποίηση μέσω Χρηματιστηρίου οδήγησε σταδιακά στην είσοδο θεσμικών επενδυτών. Εκτεθειμένος στην πειθαρχία που επιβάλλουν οι διεθνοποιημένες αγορές, ο ΟΤΕ εξυγιάνθηκε. Από άλλοτε σύμβολο φαυλότητας του κράτους-επιχειρηματία, ο ΟΤΕ απέδειξε (μαζί με τη ΔΕΗ των Παπούλια-Νέζη και την Εθνική Τράπεζα της διοίκησης Θ. Καρατζά) ότι ο δημόσιος τομέας μπορεί κι αυτός να παράγει «εθνικούς πρωταθλητές». Ως μέτοχος κερδοφόρων πλέον επιχειρήσεων, το Δημόσιο έβγαλε πολλά λεφτά. Το αρνητικό στερεότυπο του κράτους άρχισε να αντιστρέφεται.

Σε ένα διάσημο δοκίμιό του, ο φιλελεύθερος σκεπτικιστής Isaiah Berlin επιστράτευσε μια φράση του ποιητή Αρχίλοχου για να διακρίνει δύο διαφορετικές σχολές σκέψης: τους σκαντζόχοιρους και τις αλεπούδες. Ο σκαντζόχοιρος ξέρει μια μεγάλη αλήθεια («Το κράτος είναι κακό». «Το κράτος είναι καλό»). Η αλεπού όμως ξέρει πολλές μικρές αλήθειες: αντλεί συμπεράσματα, ενίοτε αντικρουόμενα, από ένα φάσμα εμπειριών. Γνωρίζει ότι ο κόσμος είναι υπέρμετρα πολύπλοκος για να μπορεί να εξηγηθεί στη βάση μιας «μεγάλης» θεωρίας. Οι σκαντζόχοιροι των αγορών νομίζουν ότι ξέρουν εκ των προτέρων την απάντηση: οι αγορές δεν μπορεί να κάνουν λάθος, η κρατική παρέμβαση πάντοτε βλάπτει…

Από τη δεκαετία του ’80 μάθαμε στην πράξη ότι το κράτος αποτυγχάνει: ανεξέλεγκτα ελλείμματα, κομματική λεηλασία, πελατειακή κακοδιοίκηση. Ομως την τελευταία δεκαετία, η διεθνής οικονομία μας θύμισε ξανά αυτό που όσοι είχαν ζήσει τη δεκαετία του ’30 ποτέ δεν ξέχασαν: ότι και οι αγορές αποτυγχάνουν, ενίοτε καταστροφικά, αν και με διαφορετικούς τρόπους: χρηματοοικονομικές κρίσεις, αποψίλωση παραγωγικών μονάδων από υγιή περιουσιακά στοιχεία, υπερκέρδη που δεν αφήνουν τίποτα στην πραγματική οικονομία και κοινωνία. Οι αποτυχίες της αγοράς έχουν ονόματα (όπως Enron και Honeywell) και αριθμούς (όπως 48 και 25,6 εκατομμύρια δολάρια, η ετήσια αμοιβή των μάνατζερς της Merrill Lynch και Citigroup αντιστοίχως, λίγο πριν οι τράπεζές τους ανακοινώσουν τεράστιες ζημίες από τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου).

Κάποιες φορές, βέβαια, η αλήθεια της αλεπούς συμπίπτει πλήρως με εκείνη του σκαντζόχοιρου. Οπως στην ανάγκη ιδιωτικοποίησης της Ολυμπιακής, μιας εταιρείας που καταβροχθίζει «προγράμματα εξυγίανσης» μαζί με 700 χιλιάδες ευρώ ζημιών για τον κρατικό προϋπολογισμό την ημέρα. (Κανείς δεν γνωρίζει το ακριβές ύψος – η Ολυμπιακή έχει να δημοσιεύσει ισολογισμό από το 2003). Τα χειρότερα αντικρατικιστικά στερεότυπα επιβεβαιώνονται στην Ολυμπιακή των τελευταίων 25 ετών: ανεύθυνες συντεχνίες, διαπλοκή συμφερόντων, κομματική ρουσφετολογία, ηγεσίες που διοίκησαν με τη γαλαντομία ανθρώπων που έχουν μάθει να ξοδεύουν τα χρήματα άλλων…

Η αλεπού γνωρίζει ότι στα «ζωώδη ένστικτα» των καπιταλιστών (για να θυμηθούμε τον Κέινς) οφείλουμε τον πλούτο και την ευημερία της ελεύθερης οικονομίας. Γνωρίζει, επίσης, ότι ο καλός καπιταλισμός είναι ο ρυθμιζόμενος καπιταλισμός. Σε μια ώριμη θεσμισμένη οικονομία, ούτε η αγορά καταργεί την προτεραιότητα του δημόσιου συμφέροντος, ούτε το κράτος την επινοητικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Ο οικονομικός εθνικισμός δεν αποτελεί τη λύση. Ομως όταν πρόκειται για ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων οιονεί μονοπωλιακής θέσης, που διαχειρίζονται εθνικά δίκτυα υποδομών, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις δικαιούνται (υποχρεούνται) να θέσουν κριτήρια γενικού συμφέροντος: να αναζητήσουν στρατηγικούς επενδυτές που θα δημιουργήσουν συνέργειες, θα εισαγάγουν τεχνογνωσία, θα προαγάγουν πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες και όχι απλώς επιδόσεις χρηματοοικονομικής λογιστικής.

Οταν ο σκαντζόχοιρος γνωρίζει μόνο την αλήθεια των αγορών, η αλεπού οφείλει να θυμάται το δημόσιο συμφέρον.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ([email protected])

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_16/12/2007_252702