Πατριωτισμός και ανοιχτή κοινωνία – Καθημερινή 10/01/2010

«Το ερώτημα δεν είναι πώς θα απαλλαγούμε από τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό αλλά πώς θα τους καταστήσουμε ασφαλείς. Ενας πατριωτισμός του πολίτη (civic patriotism), που αποφεύγει τους αποκλεισμούς αλλά ανταποκρίνεται στην ανάγκη μιας παραδοσιακής ταυτότητας, μπορεί να παράσχει μια εναλλακτική στις πολλές παθολογικές εκδοχές ενός εθνικισμού του αίματος (blood kinship)». Ετσι απαντά ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ στο δίλημμα «κοσμοπολιτισμός ή πατριωτισμός;» που θέτει η Μάρθα Νούσμπαουμ στο συλλογικό έργο «Για την αγάπη της πατρίδας: συζητώντας τα όρια του πατριωτισμού».

Κάτι παρόμοιο λέει και το δαιμονοποιημένο πλέον επιστημονικό σύγγραμμα της Θάλειας Δραγώνα, που βρέθηκε πρόσφατα βορά των καθ’ ημάς πατριδοκαπήλων: «η καλλιέργεια της εθνικής αυτογνωσίας στις νέες γενιές (πρέπει) να οδηγεί σε μια εθνική ταυτότητα αρκετά ανθεκτική, ώστε να μη φοβούνται την αλλοίωση ή παρακμή της από τη συνεργασία των λαών και την αλληλεπίδραση των πολιτισμών, και αρκετά ανεκτική, ώστε να μην την υπερασπίζονται αμυντικά απορρίπτοντας τις ετερότητες, τις διαφορές και τους άλλους».

Είναι βέβαια δικαίωμα του καθενός να διαφωνεί με τις παραπάνω απόψεις. Διεθνώς η επιστημονική αντιπαράθεση γύρω από τα ζητήματα εθνικής ιστορίας και ταυτότητας διεξάγεται με πάθος – αλλά και κανόνες δεοντολογίας για τη μέθοδο, τις θεωρητικές υποθέσεις, τα επιστημονικά ευρήματα και την αξιολόγησή τους. Στην πολιτική συζήτηση βέβαια οι κανόνες είναι χαλαρότεροι. Παραμένει όμως μια ελάχιστη υποχρέωση πολιτικών ανδρών, όπως ο κ. Καρατζαφέρης, ο κ. Τραγάκης και οι άλλοι βουλευτές του ΛΑΟΣ, να γνωρίζουν τουλάχιστον τι είναι αυτό το οποίο καταγγέλλουν. Δεν προέκυψε κάτι τέτοιο από την παραποίηση και διαστρέβλωση των δήθεν ενοχοποιητικών «αποσπασμάτων» βάσει των οποίων απαίτησαν την αποπομπή της κ. Δραγώνα.

Κι όμως, ο σύγχρονος πατριωτισμός μπορεί να συνυπάρξει με την ελευθερία, τα δικαιώματα και τον κοσμοπολιτισμό της ανοιχτής κοινωνίας χωρίς να χάνει τίποτα από τη δύναμή του. Ο πατριωτισμός δεν κινδυνεύει αλλά αντίθετα εμπλουτίζεται από την επιστημονική γνώση και κριτική. Είναι ισχυρά εμπεδωμένος, γιατί ανταποκρίνεται στην εγγενή ανθρώπινη ανάγκη του ανήκειν σε μια ευρύτερη κοινότητα. Μια κοινότητα συνεκτικότερη από το σύνολο της ανθρωπότητας και περιεκτικότερη από τη στενή τοπική προέλευση. Ο πατριωτισμός είναι εγγενής στις ανθρώπινες κοινωνίες, αναβλύζει αυθόρμητα σαν τη μητρική αγάπη, ισχυρότερος από κάθε εκλογίκευση, επικρατέστερος κάθε εμποδίου. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ίδια η ύπαρξη, αλλά το φορτίο και περιεχόμενο της εθνικής ταυτότητας, καθώς εξελίσσονται οι ιστορικές συνθήκες.

Ο πατριωτισμός δεν απειλείται για έναν ακόμα λόγο: γιατί, όπως γράφει στο παραπάνω συλλογικό έργο ο Τσαρλς Τέιλορ, «στον σύγχρονο κόσμο δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς πατριωτισμό: οι κοινωνίες που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε -ελεύθερες, δημοκρατικές και έως ένα βαθμό κοινωνίες εθελουσίας ισότητας- χρειάζονται ισχυρή ταύτιση από πλευράς των πολιτών τους». Ο πατριωτισμός κατά Τέιλορ δίνει επίσης μια απάντηση σε όσους στενόμυαλα επιχειρηματολογούν εναντίον της (υπό προϋποθέσεις) απονομής ιθαγένειας στα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά μεταναστών: «μια δημοκρατία πολιτών, λέει ο Τέιλορ, είναι εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι στην αποξένωση που δημιουργούν οι μεγάλες ανισότητες και στην αίσθηση εγκατάλειψης και αδιαφορίας που εύκολα εισπράττουν οι εγκαταλειμμένες μειονότητες». Για να λειτουργήσουν οι σύγχρονες δημοκρατίες χρειάζονται την κινητοποίηση και συμμετοχή των πολιτών, απαιτούν μια κοινή ταυτότητα, και αυτή είναι η λειτουργία του πατριωτισμού. Πρόκειται όμως τότε όχι για έναν εθνικιστικό πατριωτισμό «του αίματος», αλλά για έναν σύγχρονο «συνταγματικό πατριωτισμό» του πολίτη. Τότε, η επιλογή, όπως γράφει ο Τέιλορ, είναι μία: «να είμαστε κοσμοπολίτες και πατριώτες ταυτόχρονα, δηλαδή να προωθούμε ένα είδος πατριωτισμού που είναι ανοιχτός σε αισθήματα οικουμενικής αλληλεγγύης, ενάντια σε έναν κλειστό πατριωτισμό που στηρίζεται στις διακρίσεις και στους αποκλεισμούς».

Η δημοκρατία λοιπόν εντείνει την ανάγκη της πατρίδας. Ομως τα δημοκρατικά κεκτημένα της πατρίδας βρίσκονται υπό επίθεση όποτε οι πατριδοκάπηλοι εξαπολύουν κυνήγια μαγισσών, εκστρατεύοντας κατά υποτιθέμενων και ανύπαρκτων ανθελλήνων, εργαζόμενοι για να μετατρέψουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία μας σε μια τυραννία της πλειοψηφίας και του αγανακτισμένου όχλου.

Παρότι εραστές του εθνικά ανάδελφου, οι εγχώριοι εθνικιστές μας δεν είναι καθόλου μόνοι. Στις ΗΠΑ, αγαπημένο άθλημα της υπερδεξιάς είναι η αμφισβήτηση του πατριωτισμού των ιδεολογικών της αντιπάλων. Σε ΗΠΑ και Ισραήλ, σοβαροί διανοούμενοι καταγγέλλονται για αντισημιτισμό επειδή επικρίνουν την αδιέξοδη πολιτική του ισραηλινού κράτους. Στη γειτονική Τουρκία, γενναίοι δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί υφίστανται την τρομοκρατία μισαλλόδοξων εθνικιστών, το ίδιο και στη Ρωσία. Από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία μέχρι το Ισραήλ και τις αναπτυσσόμενες χώρες, ο σύγχρονος εθνικιστικός νεο-μακαρθισμός έχει έναν κοινό αντίπαλο: τους φιλελεύθερους του κέντρου και της αριστεράς. Και ένα κοινό γνώρισμα: θέτει πάντοτε υπό αμφισβήτηση τον πατριωτισμό των αντιπάλων του. Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά της ακροδεξιάς (ή των ακροδεξιών της ακροαριστεράς) από το δημοκρατικό φάσμα, ή το «συνταγματικό τόξο», που μας θύμισε ο Νίκος Αλιβιζάτος στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_10/01/2010_386226