Περιμένοντας τον δράκο – Καθημερινή 03/10/2010

Αναρωτιόταν την περασμένη Κυριακή ο Αλέξης Παπαχελάς («Δράκος χωρίς δόντια», 26.9.2010) τι απέγινε ο δράκος του πολιτικού κόστους που επί δεκαετίες μπλόκαρε όλες τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα. Αυτή η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει συγκρούσεις και αλλαγές βάθους σε τομείς που οι έμπειροι της πολιτικής ήξεραν να αντιμετωπίζουν με δέος. Τομείς που οι παλαίμαχοι υπουργοί του παρελθόντος ευλαβικά παραλάμβαναν από τους προκατόχους τους και ανέγγιχτους παρέδιδαν στους διαδόχους τους. Η διοικητική και αυτοδιοικητική αναδιάρθρωση, η δημοσιονομική εξυγίανση (ξεκινώντας από την εξυγίανση των αριθμών), το ασφαλιστικό, η απελευθέρωση των μεταφορών, και τώρα η πιο φιλόδοξη εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης από το 1982, προορισμένη να θεραπεύσει τις τερατογενέσεις του τελευταίου: όλες θεωρούνταν αλλαγές αυτονόητες μεν στην αναγκαιότητά τους, αδιανόητες όμως στο πλαίσιο των στενών υπολογισμών του πολιτικού κόστους. Και όμως κινούνται!

Η προφανής όσο και ελλιπής εξήγηση παραπέμπει στο τρισκατάρατο (αν πιστεύαμε την κραυγάζουσα γαλαζοκόκκινη αντιπολίτευση) Μνημόνιο. Είναι η δύναμη του αδήριτου εξωτερικού περιορισμού που υπερνικά και τις ισχυρότερες εσωτερικές αντιστάσεις. Δύσκολα θα φανταζόμασταν την κυβέρνηση Παπανδρέου σε μια «κανονική» συγκυρία να επιχειρεί παρόμοιες ρήξεις. Αυτή η κυβέρνηση δεν γεννήθηκε με το κληρονομικό χάρισμα του μεταρρυθμιστικού μεγαλείου: άπονες συνθήκες της πέταξαν μια ετοιμοθάνατη οικονομία στα χέρια και την υποχρέωσαν να την αναστήσει. Ομως αρκετές από τις επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις ξεπερνούν τις τυπικές δεσμεύσεις στους δανειστές μας. Υπάρχει εξήγηση πέραν του Μνημονίου;

Ενα πράγμα που γνωρίζουμε είναι ότι εξαιρετικές κρίσεις παράγουν εξαιρετικές (με την έννοια της σπανιότητας) πολιτικές αντιδράσεις. Αυτό ισχύει τόσο για την πλευρά της «προσφοράς» της πολιτικής (κυβέρνηση) όσο και για την πλευρά της «ζήτησης» (εκλογικό σώμα). Σε συγκυρίες εξαιρετικών κρίσεων, μια κυβέρνηση σταθμίζει το πολιτικό κόστος απέναντι σε προτεραιότητες γενικού συμφέροντος (όπως η οικονομική σταθεροποίηση) που η βαρύτητά τους, λόγω της κρίσης, έχει πολλαπλασιαστεί. Η κρίση κάνει τους κυβερνώντες τολμηρότερους και αποφασιστικούς, καθώς το φάσμα της καταστροφής είναι άμεσο και ανύπαρκτη η δυνατότητα αναβολής των οδυνηρών λύσεων.

Η κρίση επαναδιατάσσει ισορροπίες στο εσωτερικό ενός κυβερνώντος κόμματος. Αναβαθμίζει τη σημασία της πολιτικής ως policy (προγραμματισμός προτεραιοτήτων, στάθμιση περιορισμών, λεπτομερής σχεδιασμός στόχων, υλοποίηση, αποτελεσματική διαχείριση και επίλυση προβλημάτων) έναντι της πολιτικής ως politics (διαχείριση των εντυπώσεων, πρόταξη ιδεολογίας, τήρηση πολιτικών ισορροπιών, μεγιστοποίηση ισχύος). Η κρίση μετριάζει το άγχος της επανεκλογής, καθώς αυτή ωχριά μπροστά στο πρόβλημα επιβίωσης της χώρας. Η κρίση μειώνει τη σημασία και επιρροή επικοινωνιολόγων και μάγων, εκλογολόγων και εγκεφάλων πολιτικής τακτικής, που κυριαρχούσαν στο κυβερνητικό παρασκήνιο μέχρι το 2009. Η κρίση αναδεικνύει την ανάγκη αποτελεσματικών δομών διακυβέρνησης, σοβαρού σχεδιασμού και επεξεργασίας της πολιτικής (policy), τεχνοκρατών, διεθνών ειδικών και συμβούλων. Η κρίση αντικαθιστά τα πρωθυπουργικά επιτελεία επικοινωνιακής χειραγώγησης με επιτελεία χάραξης κυβερνητικής πολιτικής.

Στα μυαλά των επαγγελματιών της πολιτικής, η έννοια του πολιτικού κόστους συνδέεται με ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού, που είναι βαθιά προσβλητικός για τους ψηφοφόρους, αφού θεωρεί ότι λειτουργούν επί τη βάσει μιας προβλέψιμης παραμετρικής λογικής: σαν το σκυλί του Παβλόφ θα γαβγίζουν αυτόματα μόλις η κυβέρνηση εξαπολύει τις «αντιλαϊκές» της πολιτικές, και θα κουνούν χαρούμενα την ουρά όταν αυτή υποκρίνεται ότι λεφτά υπάρχουν και όλα βαίνουν καλώς.

Η κρίση υπονομεύει αυτή τη συμβατική σοφία και μεταβάλλει τη συμπεριφορά των πολιτών. Επί δεκαετίες η κοινωνία μας συμβίωνε με ένα πολιτικό μοντέλο οικειοποίησης του κράτους ως αναπαυτηρίου διορισμένων ψηφοφόρων (ας το ονομάσουμε «μοντέλο Χατζηγάκη», προς τιμήν του σκανδάλου Αγρογή της προηγούμενης κυβέρνησης). Το ανεχόταν, με τη μύχια προσδοκία να έρθει κι η σειρά της. Σήμερα, μια αντίστοιχη κυβερνητική πρακτική θα προκαλούσε πάνδημη οργή. Σε ομαλές περιόδους, η κοινή γνώμη παραβλέπει και συγχωρεί την αδράνεια, ιδίως αν αυτή αμπαλάρεται μια ρητορική ψευτο-δυναμικού λόγου. Σε συνθήκες κρίσης όμως, το κοινό αίσθημα απαιτεί πραγματικές ρήξεις, επιζητεί οδυνηρές συγκρούσεις υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, σέβεται την κυβέρνηση μόνο αν ματώσει πολιτικά.

Οι αναλυτές που περιμένουν ανά πάσα στιγμή την κοινωνία να εκραγεί μπορεί και να επιβεβαιωθούν. Υποτιμούν όμως ένα πράγμα: την σιωπηρή ανάδυση μιας κοινωνικής πλειονότητας υπεύθυνων πολιτών, που αντιλαμβάνονται ότι η επιβίωση της πατρίδας απαιτεί συλλογικές θυσίες. Οσοι συμβουλεύουν τους πολιτικούς να χαϊδεύουν το ποίμνιό τους ξεχνούν ότι σε περιόδους μεγάλων κρίσεων υπήρξαν πολιτικοί που υποσχέθηκαν «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα» και δικαιώθηκαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες συμμερίζονται την κυνική θεωρία του «όλοι τα φάγαμε». Ούτε ότι θεωρούν δίκαιη την κατανομή των θυσιών, όταν τα μικρά ψάρια που τήρησαν τους κανόνες, δούλεψαν σκληρά, βλέπουν τώρα το εισόδημά τους να εξατμίζεται, την ανεργία να τους χτυπά την πόρτα, το μαγαζί τους να κλείνει, ενώ τα μεγάλα ψάρια έχουν ήδη φυγαδεύσει τα προϊόντα του παράνομου πλούτου τους και περιμένουν για να κάνουν ακόμα καλύτερες μπίζνες. Οι πολίτες αυτοί αντιλαμβάνονται ότι η διέξοδος από τη χειρότερη κρίση των τελευταίων 35, αν όχι 60, ετών περνάει από την αναγκαστική μείωση κεκτημένων. Απαιτούν όμως παράλληλα από το πολιτικό σύστημα να μοιράσει με δικαιοσύνη και αντίστοιχη αυτοθυσία το κόστος της προσαρμογής.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/10/2010_417107