Ποιος είναι συντηρητικός; – Καθημερινή 06/04/2008

Κάθε εποχή έχει τους συντηρητικούς της. Τον 19ο αιώνα υπεραμύνονταν των κεκτημένων της αριστοκρατίας. Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπερασπίζονταν το ελάχιστο «κράτος νυχτοφύλακα», εναντιώνονταν στα συνδικαλιστικά δικαιώματα και στο κράτος πρόνοιας, για να υποχρεωθούν αργότερα να συμβιβαστούν μαζί του. Μεταπολεμικά οι συντηρητικοί αντιτάχθηκαν στο χωρισμό κράτους-εκκλησίας και στη διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών. Το ’80 ο συντηρητισμός της Θάτσερ και του Ρέιγκαν απέσυρε το κράτος από την αγορά για να το εγκαταστήσει στην ιδιωτική ζωή των πολιτών.

Η παγκοσμιοποίηση και κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ανέδειξαν μια νέα σύγκρουση διεθνοποίησης-εθνοκεντρισμού, και οι συντηρητικοί δεξιάς και αριστεράς συνέκλιναν. Στην άρνηση της ανοιχτής κοινωνίας και του κοσμοπολιτισμού, στην ενστικτώδη απώθηση προς θεσμούς και διαδικασίες διεθνούς ολοκλήρωσης. Στην αντιπάθεια για τους «ξένους», στις ψευδαισθήσεις μοναδικότητας και ομφαλού της γης, στον «προαιώνιο εχθρό», στην «ανάδελφη» πατρίδα, μόνιμο θύμα των ξένων δυνάμεων. Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί ιεράρχες της ακροδεξιάς και προσωπικότητες της κομμουνιστικής αριστεράς συναντώνται στα ίδια συλλαλητήρια.

Ο συντηρητικός κατοικεί έναν φοβικό κόσμο καχυποψίας και αμυντικότητας. Βλέπει εσωτερικούς εχθρούς και εξωτερικές απειλές. Απαισιοδοξεί για το μέλλον. («Το παιχνίδι είναι έτσι κι αλλιώς χαμένο, ας πέσουμε με το κεφάλι ψηλά»). Αισιοδοξεί μόνο για το παρελθόν! Νοσταλγεί αυτό το ιδεοποιημένο παρελθόν, που συνήθως συναρτάται με φοβερές κακουχίες αλλά αγνότητα ψυχής. Η παράλογη εξιδανίκευση του παρελθόντος κατά βάθος υποκαθιστά μια νοσταλγία της νεότητας…

Ο συντηρητισμός της δεξιάς αποθεώνει την κοινωνική τάξη. Αδυνατεί να διακρίνει ότι υπάρχουν προτεραιότητες, όπως τα ατομικά δικαιώματα, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις δικαιολογούν τη διασάλευση της τάξης. Οι συντηρητικοί μας ενοχλήθηκαν αφάνταστα που μερικοί Θιβετιανοί ακτιβιστές χάλασαν την προκάτ αρμονία της ολυμπιακής τελετής. Στρατός, αστυνομία, εκκλησία: οι δημοφιλέστεροι θεσμοί των συντηρητικών.

Ο συντηρητισμός της αριστεράς υπηρετεί μια άλλου είδους τάξη: την ιδεολογική τάξη και δογματική καθαρότητα. Τίποτα δεν διασαλεύει την τάξη αυτή: για όλα ευθύνεται ο καπιταλισμός, όλα τα απεργάζεται ο ιμπεριαλισμός. Ο συντηρητικός της αριστεράς έχει χάσει την ικανότητα να εκπλήσσεται. Ο,τι και αν συμβαίνει στον κόσμο (πόλεμος ή ειρήνη, άνθιση ή κρίση) απλώς επιβεβαιώνει την κλειστή ιδεολογία του.

Ο συντηρητισμός αντλεί νομιμοποίηση από τη μακρά δοκιμασμένη παράδοση. Η επιβίωσή της συνιστά απόδειξη υπεροχής. Η απόκλιση, αποποίηση της ιστορικής σοφίας που ενσωματώνει. Η εγκατάλειψή της, έγκλημα καθοσιώσεως. («Το σύμφωνο συμβίωσης είναι πορνεία!»). Σοβαροί συντηρητικοί όπως ο Χάγιεκ έχουν υπερασπιστεί την παράδοση ενάντια στον ορθολογισμό της προόδου. Αντίθετα, φιλελεύθεροι όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ μίλησαν για την «δουλεία των προγενέστερων συνθηκών».

Ο συντηρητικός χαρακτηρίζεται από πνευματική ατολμία που μασκαρεύεται σαν πολιτική γενναιότητα. Στερείται τη δύναμη της αναθεώρησης και αυτοαμφισβήτησης. Μεταμφιέζει την αδυναμία αυτή σε ανυποχώρητη ιδεολογική συνέπεια. (Το πρώτο βήμα πριν από την αποπομπή από το παράνομο ΚΚΕ ήταν να κατηγορηθείς ως «μειωμένης αδιαλλαξίας»). Οι συνεπείς επιμένουν να υποστηρίζουν ότι ο πάπας είναι αλάθητος, ότι ο σοσιαλιστικός παράδεισος είναι υπαρκτός, ή ότι οι ελεύθερες αγορές δεν αποτυγχάνουν. Ισως και ότι η γη είναι επίπεδη. Ενώπιον μιας μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, αυτή η συνέπεια είναι ιδιότητα ενός στάσιμου νου. Και ο συντηρητικός αποθεώνει την αξία της. Είναι πολύ δειλός για να δώσει τη μάχη με τις εμπεδωμένες αλήθειες του και πολύ δυσκίνητος για να μετακινηθεί.

Για να είμαστε δίκαιοι: η κοινωνία χρειάζεται τους συντηρητικούς. Για την ακρίβεια: χρειάζεται το μείγμα συντηρητισμού και προόδου. Δεν είναι κάθε αλλαγή βελτιωτική, ούτε κάθε καινοτομία πρόοδος. Στη δεκαετία του ’30 ο φασισμός εξαπλώθηκε ως ρωμαλέα πρωτοπορία, γοητεύοντας μυαλά όπως ο Πάουντ και ο Μαρινέτι. Στη δεκαετία του ’60, αν δεν ήσουν μαοϊκός, αναρχικός ή πάντως μαρξιστής, ανήκες ήδη στους γερασμένους ενός μπουρζουά παρελθόντος. Στη δεκαετία του ’90 η φρενίτιδα της χρηματοοικονομικής απορρύθμισης δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της κρίσης που σήμερα βιώνουμε. Στις νεωτεριστικές ακρότητες κάθε εποχής υπήρχαν πάντοτε κάποιοι φρόνιμοι συντηρητικοί που κουνούσαν το κεφάλι με βαθιά επιφυλακτικότητα προειδοποιώντας για τα χειρότερα.

Σε περιόδους ραγδαίων αλλαγών, ο συντηρητισμός οχυρώνεται στην υπεράσπιση των κεκτημένων. Δεν είναι απαραίτητα συντηρητισμός η υπεράσπιση των κεκτημένων, αλλά συχνά είναι. Σε ένα κοινωνικό κράτος που λειτουργεί 170 ασφαλιστικά ταμεία και βαφτίζει κοινωνική πολιτική την πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων αντί να δημιουργεί ολοήμερους βρεφονηπιακούς σταθμούς, η υπεράσπιση του κεκτημένου είναι συντηρητισμός.

Ως φόβος της αλλαγής ο συντηρητισμός προσβάλλει τα πιο ευάλωτα στρώματα -αν και γίνεται συχνά σημαία των πολιτικά αδίστακτων. Το κόστος της αλλαγής είναι αποτρεπτικό και οι ορθολογικοί πολίτες απαιτούν εγγυήσεις. Δεν είναι παράλογος όποιος προτιμά τη σιγουριά ενός μίζερου παρόντος από την ανασφάλεια του αγνώστου. Είναι απογοητευτικό όμως όταν ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό συντηρητισμού εντοπίζεται στους μαθητές και φοιτητές. Είτε πρόκειται για το «όπισθεν ολοταχώς» του Χριστόδουλου, είτε για τον αριστερό εθνο-αναχωρητισμό μιας φοβικής -και ελάχιστα κριτικής-αντιπαγκοσμιοποίησης.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, gpag@aueb.gr

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_06/04/2008_265422