Στο τέρμα του «αυτονόητου ευρωπαϊσμού» – Καθημερινή 31/10/2010

Δείτε το κλίμα. Στην καταθλιπτική αυτή περίοδο, η εξωστρέφεια θεωρείται κατάρα, ο πολιτικός επαρχιωτισμός αρετή. Ο πρωθυπουργός λοιδορείται επειδή ταξιδεύει στο εξωτερικό, ενώ κανείς δεν θα ενοχλείτο αν περιόδευε στις καφετέριες της χώρας σφίγγοντας χέρια οπαδών και τσιμπώντας νεανικά μάγουλα. Οι ίδιοι που αποτάσσονται το Μνημόνιο, διότι μας το επέβαλε η τρόικα, παραδέχονται ότι, χωρίς τον εξωτερικό περιορισμό, το πολιτικό μας σύστημα θα ήταν αδύνατο να σώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία στην οποία το ίδιο την έριξε.

Κοιτάξτε γύρω σας στο ετερόκλητο στρατόπεδο της «αντιμνημονιακής» αντίστασης: πίσω από τα κροκοδείλια δάκρυα των επιτήδειων πολιτευτών για το (αληθινό) δράμα των ανθρώπων που χάνουν τη δουλειά τους, κρύβεται η ψυχρή αποφασιστικότητα να μην αλλάξει τίποτα στους τρόπους με τους οποίους το βαθύ ελληνικό κομματικό κράτος έχει μάθει «να κάνει τις δουλειές του» κοροϊδεύοντας τους ξένους. Ο πολιτικός επαρχιωτισμός αδυνατεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη διεθνή διάσταση, αδυνατεί να σχετιστεί με τους «ξένους» με όρους ισοτιμίας και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας. Αδυνατεί να συμπήξει δυναμικές συμμαχίες διάρκειας, αφού αντιλαμβάνεται το διεθνές περιβάλλον μέσα από ένα διανοητικό σχήμα μηδενικού αθροίσματος: εκμετάλλευση-υποτέλεια-τακτικισμός-εξαπάτηση.

Τώρα όμως η εσωστρέφεια ανοίγει ένα βαθύτερο ρήγμα. Ποιο είναι αυτό; Τα τελευταία 30 χρόνια η πορεία μας στην Ευρώπη οδηγείτο από έναν «ευρωπαϊσμό του αυτονόητου». Τα πλεονεκτήματα της ευρωπαϊκής επιλογής ήταν τόσο προφανή, ώστε να συνιστά περίπου μονόδρομο. Λίγο ο Ψυχρός Πόλεμος και η ανάγκη να ανήκουμε «στη Δύση», ύστερα το ’80 και ’90, ο πακτωλός των κοινοτικών εισροών που μετέπεισαν και τους πιο δύσπιστους, έπειτα η ευφορία του 2000, το ισχυρό ευρώ, το φτηνό χρήμα στη ζώνη της αέναης σταθερότητας. Μέχρι που ενέσκηψε το 2010 και μας έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι.

Η πορεία μας στην Ευρώπη δεν είναι πια η γραμμική πορεία προς την ευημερία που γνωρίσαμε. Υφεση και ανεργία μειώνουν διεθνώς την όρεξη για ολοκλήρωση, ενθαρρύνουν την ενδοσκόπηση. Οι επόμενες δημοσιονομικές προοπτικές 2013-20 θα είναι φειδωλές, οι κοινοτικές εισροές συρρικνώνονται. Ολα δείχνουν ότι η Ευρωζώνη βαδίζει σε αυστηρότερη αντιμετώπιση των οικονομιών με μεγάλο δημόσιο χρέος (καιρός ήταν), που σημαίνει ότι το πλαίσιο εις βάρος μας θα είναι περιοριστικό για πολλά χρόνια.

Η εγχώρια συγκυρία δεν βοηθά, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση φεύγει από το απυρόβλητο. Η ενιαία αγορά κατηγορείται ότι άφησε τον Βορρά με πλεονάσματα και τον Νότο με μόνιμα ελλείμματα δίχως αντίστοιχες πολιτικές εξισορρόπησης. Στο ευρώ χρεώνεται η απώλεια κρίσιμων εργαλείων (νομισματική και εν μέρει δημοσιονομική πολιτική) χωρίς να αναπληρωθούν επαρκώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρώπη στηλιτεύεται ότι συνέβαλε στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αταξία που οδήγησε στο μεγαλύτερο κραχ μετά το 1929 και στη μεγαλύτερη ύφεση μετά τη δεκαετία του ’30. Και τώρα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απαντούν στην κρίση με ομοβροντία υφεσιακών προγραμμάτων, χωρίς έστω κάποιο αντισταθμιστικό πρόγραμμα μαζικών πανευρωπαϊκών επενδύσεων. Η ενιαία αγορά και το ευρώ δεν είναι η Γη της Επαγγελίας που κάποιοι είχαν ελπίσει.

Ολα αυτά είναι τμήμα μιας «εσωτερικής» ευρωπαϊκής κριτικής που στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα απαντάται με φυγή προς τα εμπρός, με στενότερη, βαθύτερη ολοκλήρωση. Δεν συνιστούν λόγους άρνησης της Ευρώπης, αλλά αντίθετα, εφαλτήριο για περισσότερη Ευρώπη, με πολιτικό πρόσημο, χωρίς ψευδαισθήσεις. Πόσο έτοιμες είναι οι ηγεσίες μας να μιλήσουν τη γλώσσα του κριτικού μεταρρυθμιστικού ευρωπαϊσμού, αντί να αναζητούν θαλπωρή στο αιώνιο αφήγημα της εθνικής μας θυματοποίησης από τους ξένους;

Τα επιχειρήματα της Ευρώπης είναι πια λιγότερο προφανή. Εξακολουθούν να υπερέχουν συντριπτικά, αλλά χρειάζονται πολιτικούς φορείς να τα αρθρώνουν, να τα εξηγούν, να τα υπερασπίζονται. Εφεξής θα χρειάζονται μάχες ιδεών για να κρατήσουμε την κοινωνία μας προσανατολισμένη προς την Ευρώπη. Εχουμε αυτές τις ηγεσίες;

Αν ο «ευρωπαϊσμός του αυτονόητου» τελειώσει, το κενό θα είναι δυσαναπλήρωτο. Η αυτόματη πρόσδεση στις επιλογές της Ευρώπης έδινε στην κοινωνία μας μια ξεκάθαρη κατεύθυνση. Δεν άφηνε τα πάντα έρμαια στο πεδίο της άναρχης αμφισβήτησης, του αντιδυτικού ανορθολογισμού, του εθνικολαϊκισμού, της μεταμοντέρνας αποδόμησης, του anything goes. Για μια κοινωνία με τα υπαρξιακά διλήμματα και τις βιωματικές αποσκευές της ελληνικής, η Ευρώπη ήταν πάντα ένας πλοηγός σταθερότητας, ένα έμπειρο χέρι που θα κρατούσε τη χώρα σε σίγουρη ρότα την ώρα που οι νεόκοποι γαλαζοπράσινοι κυβερνήτες θα πάλευαν μεταξύ τους για το τιμόνι. Τι θα συγκρατήσει τη στρατηγική δέσμευση της χώρας στην Ευρώπη όταν η Ευρώπη θα γίνεται όλο και λιγότερο ελκυστική; Πώς θα αντισταθεί η κοινή γνώμη στους γυρολόγους ενός ψευτο-ρεαλισμού που βλέπει την Ελλάδα όχι σαν δεσμευμένο Ευρωπαίο που προωθεί τα εθνικά του συμφέροντα με πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αλλά σαν ένα είδος Μεσανατολίτη οπορτουνιστή, απελεύθερου από ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, προς αναζήτηση ευκαιριακών συντρόφων; Πόσο, χωρίς το σταθεροποιητικό χέρι της Ευρώπης, θα αποφύγουμε τους καθ’ ημάς «σκληρούς», που θεωρούν ότι κατοικούμε σε έναν χομπσιανό πλανήτη και άρα πρέπει να γίνουμε ένα κατά φαντασίαν Ισραήλ, σε πόλεμο εναντίον όλων, γιατί «μόνον έτσι θα μας σεβαστούν», πριν καταλήξουμε, πραγματικά επιβεβαιώνοντας τον Hobbes, σε μια κατάσταση «μοναχική, φτωχή, οδυνηρή, κτηνώδη και σύντομη»;

Τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει την όρεξή της για την Ευρώπη, ιδίως όσο η Ευρώπη θα χάνει την όρεξή της για την Ελλάδα.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_31/10/2010_420675