Στο τελευταίο βαγόνι… – Καθημερινή 07/12/2008

Σύμφωνα με έναν ερασιτεχνικό ορισμό, «έλλειμμα είναι όταν δεν έχεις όλα όσα είχες όταν δεν είχες τίποτα». Η διαχρονική αποτυχία της οικονομίας μας να συμμαζέψει τα ελλείμματά της όταν ακόμα μπορούσε, στερεί τώρα τη δυνατότητα δραστικής επεκτατικής πολιτικής, προκειμένου να αποτραπεί το σοκ μιας απότομης επιβράδυνσης. Οι αποτυχίες στην πολιτική γεννούν συνέπειες, αναπαράγονται, κληρονομούνται από τις μετέπειτα συνθήκες.

Η συγκυρία μάς θυμίζει ότι έχουμε τέσσερα είδη αποτυχίας στην οικονομική πολιτική. Η πρώτη περίπτωση δυνητικής αποτυχίας είναι να μην ξέρεις ακριβώς τι πρέπει να κάνεις. Πόσο μακριά πρέπει να φτάσει ένα πακέτο άμεσης τόνωσης της οικονομίας; Πώς, και τι να περιλαμβάνει; Ομως το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας τώρα δεν είναι πρόβλημα γνωσιακής αβεβαιότητας. Το οικονομικό μας πλαίσιο συγκροτείται από βεβαιότητες. Εκρηκτική η δυναμική του δημόσιου χρέους – στο ιλιγγιώδες 20% του ΑΕΠ εκτιμούν οι Financial Times τις δανειακές ανάγκες της κυβέρνησης για το 2009. Αφόρητο το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου. Βαριές οι διαρθρωτικές αδυναμίες, η υστέρηση ανταγωνιστικότητας, ποιότητας διακυβέρνησης, δημοσίων εσόδων, δαπανών έρευνας και καινοτομίας, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αποτελεσματικότητας κοινωνικών δαπανών. Τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζουν τις εναλλακτικές: στήριξη των ασθενεστέρων και ανέργων, ενίσχυση επενδύσεων με αξιοποίηση κοινοτικών πόρων, αποφυγή παροχών που θα διέρρεαν σε εισαγωγές. Μέχρι εκεί. Και από κει και πέρα, μεσοπρόθεσμα συνολική αναθεώρηση του υπερκαταναλωτικού αναπτυξιακού μας μοντέλου.

Το δεύτερο είδος αποτυχίας είναι ζήτημα πολιτικής ατολμίας. Ο πρόεδρος Juncker το έχει συνοψίσει ως εξής: ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν ξέρουμε πώς θα επανεκλεγούμε αν το κάνουμε! Και επομένως, από φόβο πολιτικού κόστους, δεν κάνουμε τίποτα. Εδώ εντάσσεται η λειψή «μεταρρύθμιση» του συνταξιοδοτικού συστήματος, η αύξηση καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου, το μετέωρο βήμα των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, την υγεία, την εκπαίδευση.

Το τρίτο είδος αποτυχίας είναι όταν οι κυβερνώντες ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, και δεν αντιμετωπίζουν πολιτικό κόστος αν το κάνουν, αλλά οι σχέσεις τους με επιμέρους ιδιωτικά συμφέροντα τους οδηγούν να κάνουν το αντίθετο. Πελατειακές συναλλαγές των κυβερνώντων, συμπαιγνίες ρυθμιστικών αρχών με εποπτευόμενες επιχειρήσεις, χρόνιες ανεπάρκειες στη συλλογή δημοσίων εσόδων και στην προστασία του ανταγωνισμού, αποδυνάμωση των ανεξάρτητων αρχών, σκάνδαλα τύπου Βατοπεδίου, όλα βλάπτουν το δημόσιο χρήμα. Συχνά η συμπαιγνία αξιωματούχων με ιδιωτικά συμφέροντα μεταμφιέζεται σε δογματική επιλογή, καθώς είναι προτιμότερο η κοινωνία να τους θεωρεί φανατικούς ιδεολόγους, παρά επιτήδειους απατεώνες. Αλλες φορές οι ειδικοί απλώς δεν θέλουν να γνωρίζουν. Υπάρχει ένα τελευταίο, βαρύτερο είδος αποτυχίας. Εκεί η επιθυμητή δράση δεν περιστέλλεται από αμφιβολίες, ατολμία ή διαφθορά, αλλά από αντικειμενικούς περιορισμούς. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, θέλουμε να το κάνουμε, αλλά τώρα πια δεν μπορούμε. Εκεί η κυβέρνηση λούζεται τις συνέπειες προηγούμενων αποτυχιών της και η οικονομία καταλήγει σκλάβα των προγενέστερων συνθηκών. Με το δυναμικότερα αναπτυσσόμενο δημόσιο χρέος στην Ευρώπη κι ένα θεόρατο έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών, καλώς ήρθατε με τα χέρια δεμένα στην ελληνική κρίση!

Πόσο διατηρήσιμη θα είναι μελλοντικά η θέση μας στην ΟΝΕ αν η απόκλισή μας από τον οικονομικό πυρήνα της Ε.Ε. συνεχιστεί; Πολλοί συμφωνούν ότι η διόρθωση των ανισορροπιών θα απαιτούσε είτε μεγάλης έκτασης νομισματική υποτίμηση (που στο πλαίσιο του ευρώ είναι αδύνατη) ή γενναίες βελτιώσεις παραγωγικότητας μέσω επίπονων διαρθρωτικών προσαρμογών ή μια παρατεταμένη ύφεση. Σε αυτήν απειλείται ήδη να εισέλθει η ελληνική οικονομία, διαμορφώνοντας κατά το επόμενο διάστημα ένα δυνάμει εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα. (Ηδη ένα απίστευτο 47% των συμπατριωτών μας δηλώνει ότι θα ψήφιζε σήμερα εναντίον του ευρώ, του μοναδικού δηλαδή παράγοντα νομισματικής σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας!) Οπως λέει ο Γιάννης Βούλγαρης, το μεταπολιτευτικό μας σύστημα ανταποκρινόταν πάντοτε καθυστερημένα στις μεγάλες προκλήσεις – αλλά ανταποκρινόταν. Πάντα καταφέρναμε να τρυπώσουμε τελευταία στιγμή, στο τελευταίο βαγόνι. Εχουμε όμως μελλοντικά μπροστά μας ένα δυσάρεστο ενδεχόμενο: το τελευταίο αυτό βαγόνι να αποσυνδεθεί κάποια στιγμή από την υπόλοιπη αμαξοστοιχία κι εμείς να ανακαλύψουμε ότι είμαστε μέσα μόνοι…

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_07/12/2008_295114