Τι χρειαζόμαστε τις πολιτικές διαιρέσεις; – Καθημερινή 20/05/2007

Το γνωρίζουμε διαισθητικά, εξηγείται θεωρητικά, αλλά ο πολιτικός μας χάρτης δεν το αποτυπώνει. Αν ο άξονας δεξιά-αριστερά τέμνει κάθετα το πολιτικό μας σύστημα, υπάρχει κι ένας άλλος που το τέμνει οριζόντια. Είναι ο άξονας εθνικού-υπερεθνικού, με άλλα λόγια ο άξονας της Ευρώπης.

Σε Ελλάδα και Ευρώπη, εκείνοι που αντιτίθενται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εντοπίζονται κυρίως στα άκρα του πολιτικού φάσματος. Οι στάσεις τους είναι αμυντικές, αλλά όχι ταυτόσημες. Ο αντιευρωπαϊσμός της άκρας δεξιάς είναι εθνικισμός, ενώ της αριστεράς αντικαπιταλισμός. Και οι δύο καταψήφισαν το Ευρωσύνταγμα.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ό,τι συντελείται μεταξύ κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Υπάρχουν ιδεολογικές συγγένειες που συνδέουν οριζόντια πολιτικούς αντίπαλων κομμάτων.

Η απόσταση των ευρωπαϊστών πολιτικών της Ν.Δ. από εκείνους του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥΝ είναι πολύ μικρότερη από αυτή που τους χωρίζει π.χ. από τον νομάρχη κ. Ψωμιάδη του ιδίου κόμματος. Αντίστοιχες διακομματικές συγγένειες στην άλλη όχθη: όσοι εκτιμούν τον ελληνοπρεπή αυθορμητισμό του κ. Καρατζαφέρη, ευφραίνονται πιθανότατα από την χειμαρρώδη κ. Κανέλλη του ΚΚΕ και θα ψήφιζαν ευχαρίστως τον κ. Παπαθεμελή.

Υπάρχει λοιπόν ένας άξονας που τέμνει οριζόντια το κομματικό σύστημα. Από τη μια μεριά, όσοι έχουν αφομοιώσει τις αξίες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (δικαιώματα, κοσμικό κράτος, ανοιχτή κοινωνία, θεσμικός εξορθολογισμός). Αυτοί βλέπουν την Ευρώπη ως κορυφαίο στρατηγικό σύμμαχο και αναγνωρίζουν την τεράστια συμβολή της στον θεσμοπολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Και αν τους ζητούσαμε να αποτιμήσουν τους κυβερνήτες με τη σημαντικότερη επίδραση στον εκσυγχρονισμό αυτό, θα συμφωνούσαν μάλλον στον Κωνσταντίνο Καραμανλή της δεκαετίας του ’70 και τον Κώστα Σημίτη του 1996-2000.

Σε ιστορικά εθνικά «δίκαια» και αλυτρωτισμούς, οι ευρωπαϊστές αντιτάσσουν την οικοδόμηση ειρηνικής συμβίωσης μέσα από αλληλεξαρτήσεις αμοιβαίας ωφέλειας. Προβάλλουν ένα πλέγμα σύγχρονων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Σε μια στατική αντίληψη εθνικής κυριαρχίας, αντιπροτείνουν τη δυναμική προαγωγή του εθνικού συμφέροντος, μέσω οικοδόμησης συλλογικών αγαθών που συναρτώνται με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αντί αμυντικότητας και περιχαράκωσης, υποδεικνύουν διεθνείς συμμαχίες και εξωστρέφεια.

Στην απέναντι όχθη, όσοι βλέπουν τον κόσμο με όρους προαιώνιων εχθρών, ανθελλήνων φραγκολεβαντίνων και εθνικών μειοδοτών: είναι η επικράτεια του πάσης φύσεως εθνικολαϊκισμού. Ο διακομματικός εθνικολαϊκισμός αποδυναμώνεται σταθερά στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, όμως οι μακροχρόνιες επιπτώσεις του είναι πολλαπλά ορατές: από το κομματικό γιουρούσι στο κράτος μέχρι την οπερετική αγκύλωση της εξωτερικής πολιτικής σε μια κατάσταση χρόνιου αυτισμού απέναντι στη χώρα που ο υπόλοιπος κόσμος γνωρίζει ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (… και η οποία θα είχε μια αποδεκτή για τα ελληνικά συμφέροντα μεικτή ονομασία, αν οι ηγεσίες μας είχαν υπεύθυνα ηγηθεί αντί να σέρνονται πίσω από συλλαλητήρια αναρμόδιων ιεραρχών…).

Από μια άποψη επομένως, αυτά που συνδέουν τους ευρωπαϊστές πολιτικούς της κεντροδεξιάς με εκείνους της κεντροαριστεράς είναι πολύ σημαντικότερα από όσα τους χωρίζουν.

Πολλοί βιάστηκαν, στο όνομα αυτών των οριζόντιων συγγενειών να καταργήσουν τον ιστορικό άξονα Αριστεράς-Δεξιάς. Θα ήταν ίσως μια γοητευτική ιδέα, αν δεν ήταν τόσο λάθος. Η οικονομική ελευθερία σήμερα συνεχώς επεκτείνεται, διευρύνοντας την αποδοτικότητα και τη δημιουργία πλούτου, σε βάρος όμως συχνά της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής. Μπορεί κανείς κάλλιστα να αποφασίσει ότι η δημιουργία πλούτου είναι σημαντικότερη από την αναδιανομή του, αλλά αυτό είναι ήδη μια πολιτική επιλογή. Δεν είναι αυτονόητη και δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη.

Κεντροδεξιά και κεντροαριστερά διαφοροποιούνται επίσης στα στρώματα που εκπροσωπούν. Απευθύνονται σε συγκλίνουσες, αλλά όχι ταυτόσημες ομάδες. Η απόστασή τους διευρύνεται όσο μεγαλώνει η ανισότητα στην κοινωνία. Πόση ανισότητα είσαι διατεθειμένος να ανεχθείς στο όνομα της οικονομικής ελευθερίας -πόση ελευθερία να θυσιάσεις για να επιτύχεις μεγαλύτερη συνοχή; Πόσο να φορολογήσεις τον πλούτο, και πώς ακριβώς να τον αναδιανείμεις; Δεν συμπίπτουν οι πολιτικοί της ευρωπαϊστικής ιδεολογίας στην επίλυση των παραπάνω διλημμάτων. Γι’ αυτό και έχει ακόμα νόημα να τους χωρίζουμε στα δεξιά και αριστερά μιας νοητής γραμμής που τοποθετούμε στο κέντρο.

Να μην είχαμε όμως μια κοινή ευρωπαϊστική παράταξη, μια διακομματική εκσυγχρονιστική dream team, που θα σάρωνε στις εκλογές και θα άλλαζε την όψη της Ελλάδας; Η συνετή απάντηση είναι πάλι όχι. Πρώτον, ποιος είπε ότι μια τέτοια σύνθεση θα κέρδιζε τις εκλογές; Δεύτερον, φαντάζεστε τι θα απέμενε αν από τα υπάρχοντα κόμματα αφαιρούσαμε την πολιτικά φιλελεύθερη, ευρωεκσυγχρονιστική τους πτέρυγα; Και αν ό,τι απέμενε αποσπούσε εκείνο τη λαϊκή εντολή; Μήπως τότε καταλήγαμε με μια κυβέρνηση-διασταύρωση ΔΗΚΚΙ και Πολωνών αδελφών Καζίνσκι;

Η πολυσυλλεκτικότητα των δύο μεγάλων κομμάτων (η συστέγαση ευρωεκσυγχρονιστών με εθνικολαϊκιστές) ευθύνεται για τη αφόρητη βραδύτητα και ατολμία των θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα όμως έχει αποτρέψει τα χειρότερα, κρατώντας την Ελλάδα εμπεδωμένη στο δυτικό στρατόπεδο και την ευρωπαϊκή οικογένεια.

Μπορεί ο κάθετος άξονας δεξιάς-αριστεράς να διαιρεί τις δυνάμεις του ευρωεκσυγχρονισμού, διαιρεί όμως εξίσου και εκείνες του εθνικολαϊκισμού. Φιλτράρει και μετριάζει την επιρροή τους. Συστεγάζει στην ίδια παράταξη κοινωνικές δυνάμεις που οι πολιτικές τους αξίες θα κατέτασσαν σε διαφορετικούς κόσμους. Συγκρατεί έτσι τη συνοχή, γεφυρώνοντας ιδεολογικά ρήγματα στην κοινωνία.

Είναι απογοήτευση όταν οι πολιτικές μας επιθυμίες δεν ικανοποιούνται. Ενίοτε όμως μας διασώζει από τους κινδύνους που θα συνεπαγόταν η πραγματοποίησή τους!

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_11_20/05/2007_227664