Το διάτρητο κοινωνικό κράτος – Καθημερινή 07/10/2007

Eνα σημαντικό άλμα στην εξέλιξη του σημερινού ελληνικού κοινωνικού κράτους πραγματοποιήθηκε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν είχε ακόμα προσχωρήσει στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ορισμένες από τις κοινωνικές πολιτικές της περιόδου είχαν έναν αέρα λαϊκισμού. Ενα από τα προβλήματα του λαϊκισμού στη διακυβέρνηση είναι ότι δημιουργεί καταχρηστικά κεκτημένα. Οχι μόνο η άρση τους απαιτεί επώδυνες μεταρρυθμίσεις, αλλά από τη στιγμή που έχουν κατοχυρωθεί τα κεκτημένα αυτά ανεβάζουν τον πήχυ για νέες μελλοντικές διεκδικήσεις και παροχές. Οι νέες παροχές παράγουν νέες ομάδες δικαιούχων, διευρύνοντας και ενισχύοντας τον συνασπισμό αντίστασης σε οποιαδήποτε αλλαγή του status quo. Οι υπερασπιστές παροχών που δεν απορρέουν ούτε από κοινωνικές ανάγκες ούτε από παραγωγικές επιδόσεις είναι συντηρητικοί, που όμως συνήθως αρέσκονται να ονομάζονται προοδευτικοί. Αυτούς θα μπορούσε να εννοεί o Mark Twain όταν έλεγε «δεν έχω τίποτα εναντίον της προόδου, απλώς αντιπαθώ τις αλλαγές»…

Για παράδειγμα, η πρόωρη συνταξιοδότηση μητέρων με ανήλικα τέκνα οδήγησε χιλιάδες παραγωγικές γυναίκες στο σπίτι τους και τα ασφαλιστικά τους ταμεία στο κόκκινο. Δεν χαράζεις έτσι πολιτική για τη μητρότητα και την οικογένεια. Την ίδια ώρα έχουμε ανεπαρκείς υποδομές και πολιτικές παιδικής μέριμνας, όπως οι ολοήμεροι παιδικοί σταθμοί, απαραίτητοι για οικογένειες εργαζόμενων γονέων. Ας είναι καλά οι «οικογενειοκεντρικές δομές» του νοτιοευρωπαϊκού συστήματος που καλύπτουν το κενό — σε απλά ελληνικά, ο παππούς και η γιαγιά.

Οι ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες επιτείνουν το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των γυναικών αλλά και επιδεινώνουν την υπογεννητικότητα, οδηγώντας την οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος σε φαύλο κύκλο. Και όμως η Ελλάδα θα είχε πολλά να μάθει από το σκανδιναβικό μοντέλο. Οι εντυπωσιακές αναπτυξιακές επιδόσεις εκεί (όπως και στην Ιρλανδία) συνδέθηκαν με την επιτυχή ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, με τη βοήθεια υψηλής εργασιακής ευελιξίας (με ασφαλιστική κάλυψη και όχι μαύρη εργασία). Ομως η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκός ουραγός στη μερική και ευέλικτη απασχόληση. Δεν είναι να απορεί κανείς επομένως για την υψηλή ανεργία των γυναικών.

Οι θεσμοί του ελληνικού (και νοτιοευρωπαϊκού) κοινωνικού κράτους φτιάχτηκαν για συνθήκες μεταπολεμικής βιομηχανικής οικονομίας. Ο εργαζόμενος (άνδρας) της γενιάς των baby boomers άλλαζε έναν ή δύο εργοδότες στην επαγγελματική του ζωή, συνταξιοδοτείτο στα 65, και η σύνταξή του καλυπτόταν άνετα από τις εισφορές των πολυάριθμων νεοεισερχόμενων εργαζομένων. Σήμερα οι γυναίκες μπαίνουν μαζικά στην αγορά εργασίας. Οι εργαζόμενοι στους νέους κλάδους των υπηρεσιών και της οικονομίας της γνώσης λειτουργούν σε ρευστά περιβάλλοντα αγορών και τεχνολογίας, το βιογραφικό τους περνάει από τα χέρια πολλών εργοδοτών, οφείλουν να μαθαίνουν συνέχεια αν θέλουν να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, αλλά έχουν και πολύ περισσότερα χρόνια ζωής μπροστά τους ως συνταξιούχοι. Το 2030, ένα τέταρτο του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 και σχεδόν 12% του πληθυσμού θα είναι άνω των 75. Παράλληλα θα μειώνονται διαρκώς οι εργαζόμενοι, εκτινάσσοντας το έλλειμμα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Εχουμε ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη ποσοστά απασχόλησης του ενεργού πληθυσμού. Μπαίνουμε στην αγορά εργασίας αργά και συνταξιοδοτούμαστε νωρίς. Για την καθυστερημένη είσοδο δεν είναι άμοιρη ευθυνών η ατέρμονη φοίτηση στα πανεπιστήμια. Φταίει και η εκτεταμένη αδήλωτη εργασία — αποτέλεσμα κι αυτή των δυσκαμψιών της αγοράς εργασίας. Στην Ελλάδα προστατεύεται η θέση εργασίας παρά η απασχόληση του εργαζόμενου. Η αγορά έχει δύο ταχύτητες. Οσοι είναι μέσα χαίρουν προστασίας — και στο δημόσιο μονιμότητας. Για τους απέξω που προσπαθούν να μπουν, η αναμονή είναι μακρά, ο φράχτης ψηλός, και περικλείεται από τάφρο, όπως γράφει ο Νίκος Κουτσιαράς του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι μακροχρόνια άνεργοι όμως δεν έχουν πολιτική φωνή. Ισως να σχετίζεται με την υπερεκπροσώπηση στη ΓΣΕΕ των συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αντί των εργαζομένων στις αμιγώς ιδιωτικές επιχειρήσεις που αποτελούν την πλειοψηφία των μισθωτών.

Εχουμε το χειρότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας στην Ε.Ε.-15 και το τρίτο χειρότερο στην Ε.Ε.-25. Ιδια ακριβώς είναι η κατάταξη της Ελλάδας στη μακροχρόνια ανεργία των γυναικών, εκεί όμως η απόκλιση είναι ακόμα μεγαλύτερη. Είναι δυνατή η αύξηση της απασχόλησης των νέων και των γυναικών χωρίς περισσότερη θεσμική ευελιξία; Οι ειδικοί γνέφουν αρνητικά.

Οι κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα είναι πρωτευόντως συντάξεις, όπως δείχνει ο Μάνος Ματσαγγάνης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εχουμε έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη δείκτες αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών: το ποσοστό φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Και αυτό παρά τη σύγκλιση, την τελευταία δεκαετία, των κοινωνικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ευπαθείς ομάδες (όπως παιδιά μεταναστών) γλιστρούν μέσα από το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας. Δεν συνηγορεί αυτό υπέρ μιας καλύτερης στόχευσης των κοινωνικών δαπανών;

Είμαστε στην Ευρώπη μεταξύ των τεσσάρων χωρών με τον υψηλότερο δείκτη κινδύνου φτώχειας. Βέβαια ο κίνδυνος μετριάζεται αν συνυπολογίσουμε την ιδιοκατοίκηση, τα ιδιοπαραγόμενα αγαθά (σχεδόν δύο τρίτα των φτωχών διαμένουν σε αγροτικές ή αραιοκατοικημένες περιοχές), και τα αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν από τρίτους. Μας σώζει κι εδώ το μαξιλαράκι προστασίας που προσφέρει η εκτεταμένη στον ευρωπαϊκό νότο οικογένεια…

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_07/10/2007_244255