Το εκκρεμές των μεταρρυθμίσεων – Καθημερινή 17/05/2009

Η τελευταία σκηνή του θεατρικού έργου «Περιμένοντας τον Γκοντό» κλείνει με τον ένα ήρωα να προτρέπει τον άλλο: «Λοιπόν, πάμε;». «Λοιπόν, πάμε;», επαναλαμβάνει λίγο αργότερα ο άλλος. «Ναι πάμε», απαντά ο πρώτος. Οδηγίες σκηνοθέτη: κανείς δεν κινείται…

Οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα παραπέμπουν κατά καιρούς στον συγκεκριμένο διάλογο – με παρόμοιες σκηνοθετικές οδηγίες. Από την «αλλαγή» στον «εκσυγχρονισμό», στις «μεταρρυθμίσεις», οι τελευταίες συνιστούν μια αόριστη υπόσχεση, που νοηματοδοτεί σχεδόν μεταφυσικά την πολιτική συζήτηση. Η υψηλή ρητορική όμως δεν παρήγαγε πάντοτε εφάμιλλα πρακτικά αποτελέσματα.

Δύο πρόσφατα επιστημονικά γεγονότα βοηθούν να κατανοήσουμε βαθύτερα τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, τα εμπόδια, τις αποτυχίες, αλλά και τις αξιοσημείωτες επιτυχίες που σωρευτικά πήγαν τη χώρα μπροστά. Το πρώτο είναι το βιβλίο των Kevin Featherstone και Δημήτρη Παπαδημητρίου για τη μεταρρυθμιστική ικανότητα στην Ελλάδα (The Limits of Europeanization: Reform Capacity and Policy Conflict in Greece, Palgrave 2008), προϊόν συστηματικής έρευνας της ελληνικής πολιτικής οικονομίας υπό το Ελληνικό Παρατηρητήριο της Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου (LSE) και τη διεύθυνση του καθηγητή Featherstone.

Οι συγγραφείς ξεκινούν από τη διαπίστωση ότι μεταξύ 30 χωρών του ΟΟΣΑ η Ελλάδα παρουσιάζει μέγιστη ανάγκη μεταρρυθμίσεων (χειρότερα βρίσκονται μόνο το Μεξικό και η Τουρκία) σε συνδυασμό με τη χειρότερη επίδοση «μεταρρυθμιστικής ικανότητας» μεταξύ των 30 χωρών του ΟΟΣΑ. Οι ελληνικές επιδόσεις είναι απογοητευτικές σε όλο το εύρος των ζητημάτων κοινωνικής πολιτικής, απασχόλησης, αειφόρου ανάπτυξης, εκπαίδευσης και έρευνας. Οι Featherstone και Παπαδημητρίου αποδίδουν αυτήν την υστέρηση, μεταξύ άλλων, σε ένα ελληνικό «παράδοξο διακυβέρνησης». Τυπικά, θεσμικά, η εκτελεστική εξουσία κατέχει μεγάλη ισχύ και αντιμετωπίζει περιορισμένα σημεία αρνησικυρίας. Ομως, με πραγματικούς όρους, η κυβέρνηση είναι θεσμικά ανίσχυρη: λειτουργεί στο πλαίσιο μιας χαμηλών ικανοτήτων δημόσιας διοίκησης, σε μια εμπεδωμένη πελατειακή κουλτούρα ανταλλαγής «εξυπηρετήσεων», σε ένα περιβάλλον μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς. Αν προστεθεί η προσοδοθηρική λειτουργία των ομάδων συμφερόντων και ο πολωμένος, συγκρουσιακός χαρακτήρας του κομματικού ανταγωνισμού, τότε παράδοξο δεν αποτελεί πια η αδράνεια αλλά η ίδια η πραγματοποίηση των αλλαγών!

Στα θέματα αυτά επικεντρώθηκε το δεύτερο πρόσφατο γεγονός, το διήμερο συνέδριο «Η Πρόκληση των Μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, 1974-2009», που φιλοξενήθηκε την περασμένη εβδομάδα από το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Yale και τον καθηγητή Στάθη Καλύβα. Αναδείχθηκε μια σύνθετη εμπειρία μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που διαφοροποιείται ανά περίπτωση: άλλες ολοκληρώθηκαν επιτυχώς (η καθιέρωση της δημοτικής, η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η είσοδος στην ΟΝΕ κ. λπ.) και άλλες παλινδρομούν εσαεί μεταξύ λειψών εγχειρημάτων, απόρριψης και αδράνειας (κοινωνική ασφάλιση, ανώτατη εκπαίδευση, υγεία, δημόσια διοίκηση κ. λπ.).

Η σύγκλιση με την «Ευρώπη» αποτέλεσε πάντοτε μεταρρυθμιστικό πλοηγό: εκδημοκρατισμός και πολιτική σύγκλιση το 1974-77, ενδυνάμωση κοινωνικού κράτους και κοινωνική σύγκλιση το 1981-83, αποκρατικοποίηση και μακροοικονομική σύγκλιση τη δεκαετία του ’90, διαρθρωτική σύγκλιση στους στόχους της Λισσαβώνας μετά το 2000.

Η ακριβής φύση της ευρωπαϊκής πίεσης ήταν πάντα καθοριστική για τις πιθανότητες επιτυχίας των μεταρρυθμίσεων. Η ενιαία αγορά 1986-92 και η ονομαστική σύγκλιση της ΟΝΕ 1992-2000 πέτυχαν με τη βοήθεια του εξωτερικού περιορισμού: δηλαδή του συνδυασμού σαφών μετρήσιμων στόχων και άμεσων κυρώσεων σε περίπτωση απόκλισης. Οταν τον σκληρό περιορισμό διαδέχθηκε ο «ήπιος συντονισμός» της διαδικασίας της Λισσαβώνας, οι στόχοι άρχισαν ξανά να απομακρύνονται και οι πολιτικές αδυναμίες του συστήματος να μπλοκάρουν τις προσαρμογές.

Ποιες αδυναμίες; Εκτός από τους δομικούς παράγοντες που επισημαίνουν οι Featherstone και Παπαδημητρίου, υπάρχουν και οι αδυναμίες των ίδιων των «μεταρρυθμιστών». Οι Β. Μοναστηριώτης και Α. Αντωνιάδης εντοπίζουν τα προβλήματα όχι στο στάδιο εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και κοινωνικών αντιστάσεων σε αυτές, αλλά στο στάδιο του ελλιπούς σχεδιασμού τους. Εξετάζοντας την αποτυχία «μεταρρυθμιστικής τεχνολογίας» στην Ελλάδα, υποστηρίζουν ότι δεν είναι τα αντιτιθέμενα συμφέροντα που ευθύνονται για την απόρριψη των μεταρρυθμίσεων, αλλά το «έλλειμμα δέσμευσης» των εκάστοτε μεταρρυθμιστών. Δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις πάσχουν από ανεπαρκή μεταρρυθμιστική τεχνολογία. Είναι σχεδιασμένες πρόχειρα και μυωπικά, διέπονται από ασυνέχεια και αδυναμία «μάθησης» από την εγχώρια και διεθνή εμπειρία, ελλιπή αξιοποίηση της γνώσης των ειδικών και ελλειμματική ενσωμάτωση των κοινωνικών αντιστάσεων στον συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό τους. Αυτό οδηγεί σε εκείνο που οι Μοναστηριώτης και Αντωνιάδης χαρακτηρίζουν ως παράδοξο, δηλαδή τον συνδυασμό πλεονάζοντος μεταρρυθμιστικού ακτιβισμού (ακατάσχετη η ρητορεία, επανερχόμενες οι απόπειρες) και πενιχρού μεταρρυθμιστικού απολογισμού.

«Πάμε λοιπόν;». «Ναι πάμε». (Νέες σκηνοθετικές οδηγίες: περιφέρονται πέρα δώθε. Χωρίς να φεύγουν…)

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_17/05/2009_315017