Το «κούρεμα» ως ευκαιρία – Καθημερινή 30/09/2012

Είναι κοινό μυστικό ότι η φερεγγυότητα του δημόσιου χρέους επιδεινώνεται. H βαθύτερη ύφεση προκαλεί εκτροχιασμό. Μόνο 1 από τα 6 σενάρια του ΚΕΠΕ προβλέπει χρέος στο «βιώσιμο» επίπεδο 120% το 2020. Με επιμονή του ΔΝΤ ξανάρχισε η συζήτηση για νέο «κούρεμα». Αυτό παράγει αρνητικό κλίμα για την Ελλάδα, ως ένα «βαρέλι δίχως πάτο», ή μια χώρα που υποτίθεται θέλει να «ξαναβάλει χέρι στις τσέπες των εταίρων», όπως ένα τμήμα του ξένου Τύπου αρέσκεται να λαϊκίζει.

Γιατί το ΔΝΤ συζητά για νέα αναδιάρθρωση; Το ΔΝΤ δεν μπορεί να συμμετάσχει σε πρόγραμμα αν το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Θέλει να καταγράψει τη θέση του, για να την επαναφέρει όταν οι εταίροι θα είναι πιο δεκτικοί, όταν η κυβέρνηση θα έχει κλειδώσει την εφαρμογή του προγράμματος. Από πού όμως θα μπορούσε να προκύψει μια νέα μείωση χρέους; Οχι πια από τον ιδιωτικό τομέα, όπως με το PSI. Εχει αποφασιστεί ότι οι ιδιώτες δεν πρέπει να πληρώσουν ξανά. Το κούρεμα πρέπει να προέλθει από τον «επίσημο τομέα», που κατέχει 2/3 του ελληνικού δημόσιου χρέους. Kι εκεί εμφανίζονται οι δυσκολίες.

Καταρχήν το χρέος του ΔΝΤ εξαιρείται καθώς δεν επιδέχεται αναδιάρθρωση. Το διακυβερνητικό χρέος προς κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι το μεγαλύτερο μέρος του επίσημου χρέους. Ομως ένα «κούρεμα» θα δηλητηρίαζε τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους. Ορθώς, κανείς δεν το επιδιώκει. Ηπιότερη αναδιάρθρωση θα συνιστούσε η μείωση επιτοκίου και επιμήκυνση αποπληρωμής του πρώτου δανείου. Ομως κι αυτό συνιστά τροποποίηση δανειακής σύμβασης, απαιτεί έγκριση από τα εθνικά κοινοβούλια. Θα μπορούσε πιθανώς να γίνει δεκτό αργότερα, αλλά χωρίς θεαματικά οφέλη.

Μέρος του χρέους κρατά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Θα μπορούσε η ΕΚΤ να μεταφέρει στην Ελλάδα τα κέρδη από τη διαφορά ονομαστικής και αξίας αγοράς των ελληνικών ομολόγων. Αυτό θα ελάφρυνε το χρέος κατά περίπου 10 δισ. Ομως θα προκαλούσε αντιδράσεις, ως δημοσιονομική διευκόλυνση που απαγορεύεται από τις Συνθήκες. Ριζοσπαστικότερη θα ήταν μια αναδρομική συμμετοχή της ΕΚΤ στο κούρεμα 53,5%, που είχε δεχτεί ο ιδιωτικός τομέας υπό το PSI. Τότε θα διαγραφόταν μεγαλύτερο χρέος, αλλά η ΕΚΤ θα έπρεπε να καλύψει την απώλεια με ανακεφαλαιοποίηση, άρα επιβάρυνση των φορολογουμένων της Ευρωζώνης. Επομένως κι αυτή η λύση θα συναντούσε αντιδράσεις.
Καλύτερη θα ήταν η μεταφορά των 50 δισ. ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών κατευθείαν στον ευρωπαϊκό μηχανισμό ESM, όπως συμφωνήθηκε τον Ιούνιο για την Ισπανία. Ομως ορισμένοι εταίροι στο Eurogroup προσπαθούν να εξουδετερώσουν τη ρύθμιση αυτή. Εφαρμογή πάντως δεν διαφαίνεται πριν από το τέλος 2013. Υπάρχει, βέβαια, πάντα και η αύξηση εσόδων από αποκρατικοποιήσεις – εκεί οι εταίροι προσδοκούν πολλά.

Εχουμε επομένως τα εξής δεδομένα:
α) Μετά το PSI η αλληλεξάρτηση από τους εταίρους είναι στενότατη. Το PSI είχε αρκετά αρνητικά: ζημίωσε ταμεία και επενδυτές, κλόνισε την εμπιστοσύνη, το χρέος παρέμεινε υψηλό. Είχε όμως ένα μεγάλο θετικό: μας «έδεσε» στενά με τους εταίρους, τους έδωσε ισχυρό κίνητρο να αποτρέψουν μια χρεοκοπία και έξοδό μας από το ευρώ, αφού τότε το χρέος θα ήταν αδύνατο να εξυπηρετηθεί, κι οι εταίροι θα έχαναν τα λεφτά τους. Δηλαδή αγοράσαμε καλύτερη «ασφάλεια» παραμονής στο ευρώ.
β) Οι εταίροι έχουν συμφέρον να καταστήσουν το χρέος μας φερέγγυο, ώστε να μην εξελιχθεί σε πλήρη αδυναμία πληρωμής. Αυτό μπορούν να το διευκολύνουν με δύο τρόπους: Αναδιάρθρωση χρέους, όπως είδαμε παραπάνω. Ή ταχύτερη επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην ανάπτυξη.
Ηδη εξελίσσεται η συζήτηση για μια περιορισμένη δημοσιονομική ένωση, με ένα νέο κοινοτικό προϋπολογισμό Ευρωζώνης, για να στηριχθούν οι οικονομίες που βυθίζονται στην ύφεση και την ανεργία, όπως η Ελλάδα. Η δυσμενής δυναμική του χρέους επιταχύνει την εξέλιξη. Σε αντίθεση με ένα «κούρεμα», ένα μεγάλο πακέτο στήριξης της ελληνικής οικονομίας θα γινόταν ευνοϊκότερα δεκτό από τους εταίρους. Ιδίως εάν βλέπουν μια κυβέρνηση που προχωρά την προσαρμογή, και μια οικονομία που ματώνει, έχοντας χάσει πάνω από 1/5 του ΑΕΠ, με ανεργία στο 25%. Αυτή θα είναι η συζήτηση το 2013.

* Ο κ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_30/09/2012_497188