Το τέλος του υπουργού-χουβαρντά; – Καθημερινή 20/03/2011

Εχει μια ιδιαίτερη σημασία η απόφαση του υπουργείου Παιδείας να κλείσει, μέσω συγχωνεύσεων, 1.056 σχολικές μονάδες, συνενώνοντας 1.933 σχολεία σε 877, επί συνόλου 16.000 σε όλη τη χώρα. Δεν είναι μόνο ο προφανής εξορθολογισμός και η εξοικονόμηση πόρων σε μια χώρα που είναι πρώτη στον ΟΟΣΑ σε αναλογία μαθητών/καθηγητών. Δεν είναι ούτε το μέτωπο με την ΟΛΜΕ, τη λαϊκίστικη αντιπολίτευση και τον μικροτοπικισμό. Είναι όλα αυτά και κάτι ακόμα: ότι ένα υπουργείο δείχνει εμπράκτως πως δεν θεωρεί υποχρέωσή του να λειτουργεί ως υπερασπιστής παντός κεκτημένου και πάτρωνας των υπαλλήλων του και των εποπτευόμενων συμφερόντων.

Χουβαρντάδες υπουργοί ξεχείλωσαν τον δημόσιο τομέα οδηγώντας μας όλους στη χρεοκοπία. Υπάλληλοι και προστατευόμενες συντεχνίες είχαν έναν δεδομένο πολιτικό υπερασπιστή: τον κατά κλάδο προϊστάμενο υπουργό, ενάντια ενίοτε στην υπόλοιπη κυβέρνηση και την κοινωνία. Ο υπουργός περιχαράκωνε τον προϋπολογισμό και την επικράτεια του υπουργείου του. Ηταν ο προστάτης πάτρωνας, που έδινε τη μάχη για περισσότερους πόρους, αρμοδιότητες, φορείς κι οργανισμούς, προσλήψεις και λεφτά. Λειτουργούσε κάπως σαν τα μεγάλα αφεντικά του ποδοσφαίρου που πιέζονται από τους οπαδούς να πάρουν το πρωτάθλημα, έστω κι αν χρειαστεί να «φτιάξουν» τον αγώνα. Ετσι κι ο υπουργός–πάτρωνας ήταν ένα είδος πολιτικού αφεντικού, που το κριτήριο επιτυχίας του ήταν να κρατάει την υπουργική επικράτειά του ευχαριστημένη και χορτάτη.

Το κυβερνητικό μας σύστημα ήταν κατ’ ευφημισμόν πρωθυπουργικό. Στην πραγματικότητα, συνιστούσε μια συνομοσπονδία υπουργικών φέουδων, που το καθένα λειτουργούσε για λογαριασμό των «δικών του» υπηκόων. Το γενικό συμφέρον, το δημοσιονομικό κόστος, η εθνική οικονομία, όλα έπονταν μπροστά στην ανάγκη του υπουργού να γίνεται αρεστός στην υπουργική και βουλευτική του πελατεία.

Φεύγουμε από αυτή την παράδοση; Θα έπρεπε επειγόντως, αλλά οι ενδείξεις είναι τουλάχιστον ανάμεικτες. Για κάθε υπουργό Οικονομικών που ξεκινά την οδυνηρή περικοπή επιδομάτων από τους υπαλλήλους του, υπάρχει ένας υπουργός Δικαιοσύνης που προστατεύει τα συντεχνιακά κεκτημένα του κλάδου. Για κάθε μάχη με τη διαφθορά και τα πιράνχας του συστήματος υγείας, υπάρχουν δύο υποχωρήσεις στα οργανωμένα συμφέροντα. Πολλοί στην κυβέρνηση αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, έχοντας οικοδομήσει την καριέρα τους στη γενναιοδωρία υποσχέσεων και δημοσίου χρήματος. Ακόμα χειρότερη η εικόνα σε εποπτευόμενους φορείς και οργανισμούς, όπου χτίζονται φέουδα και βαρωνίες. Ετσι όμως χάνεται καθημερινά η μάχη.

Υπάρχουν δήμοι στην περιφέρεια που συνεχίζουν να μοιράζουν λεφτά στα στελέχη τους κατά τρόπο προκλητικό. Υπάρχει όμως και ο νέος δήμαρχος Αθηναίων, που είχε το θάρρος, σε εποχή θυσιών για όλους, να πολλαπλασιάσει τους εχθρούς του, εξοικονομώντας πόρους από τον 984 για τις κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου. Υπάρχει κι ο νέος δήμαρχος Θεσσαλονίκης που ανακοίνωσε ότι εφεξής θα υποστηρίζει οργανισμούς μόνο εάν υπάρχει συγχρηματοδότηση από την κοινωνία. Κάτι κινείται.

Στο ασφυκτικό περιβάλλον του Μνημονίου, ένα θετικό υπόδειγμα αναδύεται. Η κοινωνία απαιτεί από την κυβέρνησή της έμπρακτες επιδόσεις ορθολογικής διαχείρισης των πόρων. Μαθαίνουμε να μετράμε, να συγκρίνουμε, να αξιολογούμε, να κοστολογούμε. Πρόκειται για μια δραστική αλλαγή αντίληψης. Περάσαμε το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολίτευσης με μια λογική πολιτικού βολονταρισμού και χαλαρού δημοσιονομικού περιορισμού: όλα είναι δυνατά, αρκεί να τα θέλουμε. Και τα θέλαμε όλα. Και σχολείο σε κάθε γειτονιά, και συγγράμματα δωρεάν, και σύνταξη στα 50, και «τους καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες», και κανόνια και βούτυρο. Και την εφορία μακριά. Στο χείλος της κατάρρευσης του 2009, το ΠΑΣΟΚ έγινε κυβέρνηση διαβεβαιώνοντας ακόμα ότι «υπάρχουν λεφτά». Τώρα πρέπει να αλλάξει τον εαυτό του και τη χώρα.

Η κοινωνία μας ήταν ευαίσθητη για τη διανομή πόρων, αλλά αδιάφορη για την παραγωγή τους. Οι καλοί λογαριασμοί κι η αποταμίευση είχαν προ πολλού δυσφημιστεί ως συντηρητικές μικροαστικές εμμονές. Οποτε εμφανίστηκαν πολιτικοί με έναν παλαιομοδίτικο σεβασμό στο δημόσιο χρήμα, όπως ο Αλέκος Παπαδόπουλος, αντιμετωπίστηκαν ως στρυφνοί και δυσάρεστοι. Ο Κώστας Σημίτης λοιδορήθηκε ως «λογιστής». Ο κόσμος προτιμούσε τους πολιτικούς του ανοιχτοχέρηδες και ανοιχτόκαρδους, να γλεντάνε στα μπουζούκια, να μοιράζουν λεφτά και διορισμούς. Μέσα στον δήθεν ανυπότακτο Ελληνα κρυβόταν ένας ραγιάς, που γοητευόταν από τις επιδείξεις ισχύος. Που σνόμπαρε τον πλούτο και τη διαδικασία νόμιμης δημιουργίας του, αλλά ζήλευε την δημόσια επίδειξή του. (Σε ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες συμβαίνει το αντίθετο: περιφρόνηση για την επίδειξη πλούτου και σεβασμός για την παραγωγή του).

Ο βολονταρισμός της μεταπολίτευσης έδεσε με την κουλτούρα του κεκτημένου, του «αδιαπραγμάτευτου» και ανυποχώρητου. Ομως στον πραγματικό κόσμο οι επιθυμίες μας περιστέλλονται από εξωτερικούς περιορισμούς. Οι πόροι είναι πάντα περιορισμένοι – σήμερα περισσότερο παρά ποτέ. Η διακυβέρνηση είναι μια διαρκής πορεία επιλογών, διλημμάτων, σταθμίσεων, συμβιβασμών, όπου καλείσαι πάντα να θυσιάσεις κάτι για να πετύχεις κάτι σημαντικότερο. Στη δημόσια σφαίρα καθετί που μπορεί, πρέπει να κοστολογείται, να συγκρίνεται και να αποτιμάται. Για να ξέρουμε τι θυσιάζουμε και τι θα μπορούσαμε να έχουμε στη θέση του.

Αν είμαστε τυχεροί, ο πολιτικός του μέλλοντος θα δίνει λόγο για το χρήμα που διαχειρίζεται, θα ελέγχεται για όσα εξοικονομεί, θα πολλαπλασιάζει τις κοινωνικές αποδόσεις, θα πετυχαίνει πολλά με τα λίγα. Θα λέει «όχι» και δεν θα φοβάται να γίνεται δυσάρεστος.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_20/03/2011_436181