Το «Τea party» της ελληνικής Δεξιάς – Καθημερινή 14/11/2010

«Οχι στο Μνημόνιο!» βροντοφωνάζει ο τίτλος της παραταξιακής εφημερίδας την Κυριακή των δημοτικών εκλογών. «Ο αγώνας ενάντια στο Μνημόνιο θα νικήσει!», διακηρύσσει ως νέος Πάντσο Βίλα ο υποψήφιος περιφερειάρχης Αττικής, οδηγώντας τους αβράκωτους της υπαίθρου στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων. «Αντιμνημονιακή ψήφο» ζητάει ο υποψήφιος περιφερειάρχης Μακεδονίας – ιππεύοντας, ως άλλος Μέγας Αλέξανδρος, τον Βουκεφάλα της αντίστασης στο κατεχόμενο κράτος των Αθηνών. «Το μήνυμα των εκλογών είναι ένα: καταδίκη του Μνημονίου», αποσαφηνίζει ο αρχηγός, για όσους δυσκολεύτηκαν να το κατανοήσουν. Οχι, δεν είναι το ΚΚΕ, δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι καν το βαθύ πρωτο–ΠΑΣΟΚ του κ. Δημαρά. Είναι το αστικό κεντροδεξιό κόμμα της χώρας, η Ν.Δ. του κ. Σαμαρά. Ποτέ στη νεότερη πολιτική μνήμη, κεντροδεξιό κόμμα εξουσίας δεν χόρεψε με μεγαλύτερη ευκαμψία, με πιο πρόθυμα τσαλίμια και επιδέξια τσακίσματα της μέσης, το τσιφτετέλι του αριστερόστροφου λαϊκισμού.

Αν κάτι παραδοσιακά χαρακτήριζε την κεντροδεξιά στις δυτικές δημοκρατίες ήταν η σύνεση και μετριοπάθεια. Ο,τι της έλειπε σε φαντασία, το αναπλήρωνε σε πραγματισμό και εμπειρία. Δεν διέθετε το πάνθεον των ηρώων της Αριστεράς, είχε όμως κυβερνήτες που ήξεραν πώς δουλεύει η Ευρώπη, ο κόσμος και οι αγορές. Δεν είχε ιδιαίτερη πνευματική ευρύτητα, γνώριζε όμως το σύστημα και τους κανόνες. Στα δύσκολα, ενέπνεε εμπιστοσύνη, ότι δρα για το εθνικό συμφέρον. Οταν αποτύγχανε, ήταν συνήθως λόγω διαχειριστικής ανεπάρκειας ή φαυλότητας, και όχι επειδή βρισκόταν στη λάθος κατεύθυνση.

Ομως, από την επαύριο του Μνημονίου, στη χειρότερη κρίση της σύγχρονης Ελλάδας, η Ν.Δ. επέλεξε μια συγκρουσιακή τακτική ασυνήθη για ένα ευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα εξουσίας και ακατανόητη για τα αστικά στρώματα που εκπροσωπεί. Αντί να ασκεί αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Παπανδρέου, στις επιλογές, παραλείψεις, αστοχίες και παλινωδίες της, στοχοποίησε το Μνημόνιο, δηλαδή τη δανειακή σύμβαση της χώρας με τους δανειστές της. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει καθοριστικά στην απονομιμοποίησή της, υποδαυλίζει έναν παρωχημένο εθνικισμό και μια εμπρηστική αντικαπιταλιστική ρητορεία σε μια κοινωνία που πρέπει να κάνει το μεγαλύτερο άλμα οικονομικής εξωστρέφειας αν θέλει να διασωθεί. Δημιουργεί βαθιά ρήγματα στις σχέσεις μας με την Ευρώπη και υπονομεύει το μόνο πρόγραμμα σταθεροποίησης και ανάταξης που χωρίζει τη χώρα από την πλήρη οικονομική καταστροφή.

Ποιο είναι άραγε το νόημα της «καταδίκης του Μνημονίου», που η Ν.Δ. δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει; Υποστηρίζει η Ν.Δ. ότι υπήρχε άλλος τρόπος να καλυφθεί το θηριώδες δημόσιο έλλειμμα, κι αν ναι, γιατί δεν μας τον έχει αποκαλύψει; Επιμένει ακόμη ότι το έλλειμμα 12,7% που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για το 2009 ήταν διογκωμένο, κι αν ναι, γιατί δεν καταγγέλλει τώρα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που το αναθεωρεί στο 15%; Ζητεί η Ν.Δ. να επιστρέψει η Ελλάδα τα χρήματα στους δανειστές της; Θεωρεί ότι υπάρχει κάποιος μυστικός τρόπος να τους υποχρεώσει να μας πληρώνουν χωρίς όρους – κι αν ναι, γιατί δεν μοιράζεται με τον ελληνικό λαό το πολύτιμο αυτό μυστικό;

Ενα κόμμα όπως η Ν.Δ. είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι το Μνημόνιο και οι όροι του αποτυπώνουν συσχετισμούς ισχύος – μιας χώρας που βρέθηκε σε έσχατο σημείο δανειακής αδυναμίας και αναξιοπιστίας, απέναντι στους δανειστές της. Το Μνημόνιο δεν συνιστά μεγαλύτερη εθνική ταπείνωση από αυτή που συνεπάγονται για τη Ελλάδα οι εκλεγμένες κυβερνήσεις που την οδήγησαν στην ταπεινωτική χρεοκοπία. Βλέπει ή όχι η Ν.Δ. ότι ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός διάσωσης Ε.Ε./ΔΝΤ έχει συσταθεί για να στηρίξει όποια οικονομία της Ευρωζώνης χρειαστεί να καταφύγει σε αυτόν; Αναγνωρίζει ή όχι η Ν.Δ. ότι το ίδιο πρόγραμμα λιτότητας ακολουθούν οι άλλες κυβερνήσεις της περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία), με οικονομική κατάσταση καλύτερη από την Ελλάδα και χωρίς καν να έχουν προσφύγει στον μηχανισμό διάσωσης;

Υπάρχει αποδεκτή κριτική στο Μνημόνιο; Ασφαλώς και υπάρχει. Η αντιπολίτευση της Αριστεράς έχει τουλάχιστον ένα ιδεολογικό περιεχόμενο. Αντιτίθεται στον καπιταλισμό, στην Ε.Ε., στο Σύμφωνο Σταθερότητας, εκπροσωπεί λαϊκά στρώματα πεπεισμένα ότι στο υπάρχον σύστημα δεν πρόκειται να δουν άσπρη μέρα. Εχουν λάθος, λειτουργούν καταστροφικά, αλλά κανείς δεν μπορεί να τους προσάψει υποκρισία.

Υπάρχει σοβαρή κριτική στο Μνημόνιο; Βεβαίως και υπάρχει, αλλά, για να είναι σοβαρή, πρέπει να αντιλαμβάνεται την Ελλάδα στο διεθνές πλαίσιο. Να αναδεικνύει την παγκόσμια χρηματοοικονομική αταξία. Να επισημαίνει τις οικονομικές ανισορροπίες, που ΗΠΑ, Ευρώπη και Κίνα δείχνουν απρόθυμες να αντιμετωπίσουν. Να στηλιτεύει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο αδιεξόδου της δημοσιονομικής προσαρμογής στον ευρωπαϊκό Νότο, χωρίς ευρωπαϊκές πολιτικές χρηματοδότησης επενδύσεων, δανεισμού με ευρωομόλογο, και τόνωσης της εγχώριας ζήτησης στις εξαγωγικές χώρες του Βορρά. Αυτά όμως δεν συνιστούν κριτική αναίρεσης του Μνημονίου, αλλά συμπλήρωσής του.

Υπάρχουν καλύτερα μείγματα οικονομικής πολιτικής που θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου; Πιθανόν ναι, αλλά δεν τα έχουμε ακούσει από τη Ν.Δ. Αντ’ αυτού, μάθαμε για έσοδα 50 δισ. σε δύο χρόνια από την ενοικίαση «φιλέτων» του Δημοσίου και για το «πρόγραμμα» μηδενισμού του ελλείμματος σε ενάμιση χρόνο, προτάσεις που έχουν τόση σχέση με την πραγματικότητα όση έχει ο Πίτερ Παν με το σύγχρονο φαινόμενο της πειρατείας.

Το 2010, υπό διαφορετικές συνθήκες, πατώντας στη λαϊκή δυσαρέσκεια, άγνοια και ανασφάλεια, δύο δεξιά κόμματα παραδόθηκαν στην αφροσύνη: Οι Ρεπουμπλικανοί των ΗΠΑ στο «Πάρτι τσαγιού» και η Ν.Δ. στο πάρτι του αριστεροδεξιού «αντιμνημονιακού» λαϊκισμού.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_14/11/2010_422440