Απολογισμός ενός Γερμανού δικηγόρου – Καθημερινή 15/10/2017

Η ​θητεία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ως υπουργού Οικονομικών από τον Οκτώβριο 2009 συνέπεσε με την πιο ταραγμένη οκταετία της Ε.Ε. Αν η Ευρωζώνη της κρίσης υπήρξε δέσμια της πολιτικής Σόιμπλε, η αποχώρησή του απελευθερώνει ένα ιδιότυπο «σύνδρομο της Στοκχόλμης». Η παρουσία του δεν υποσχόταν πολλά, αλλά εξέπεμπε σαφήνεια και χαλύβδινη σταθερότητα. Ο Σόιμπλε ήταν ένας κορυφαίος, βαθιά συνειδητοποιημένος ευρωπαϊστής της Κεντροδεξιάς. Το 1994 (μαζί με τον Καρλ Λάμερς) υπερασπίστηκε την ιδέα μιας «Ευρώπης του πυρήνα» (Kerneuropa), στην οποία ένας μικρότερος, πρόθυμος και ικανός κύκλος κρατών-μελών επιλέγουν να προχωρήσουν σε βαθύτερη οικονομική και πολιτική ενοποίηση. Είκοσι χρόνια αργότερα, με νέο άρθρο στους Financial Times, οι Σόιμπλε και Λάμερς επανήλθαν στην «Ευρώπη του πυρήνα». Στην «καθαρή» της μορφή, η ιδέα αφορούσε έναν περιορισμένο κύκλο οικονομιών με παρόμοια επίπεδα ανάπτυξης. Δεν είχε χώρο για την Ελλάδα, ίσως ούτε καν για την Ιταλία.

Φυσικά, η άτακτη πραγματικότητα δεν υποτάσσεται σε λιτά θεωρητικά σχήματα. Ο Σόιμπλε εκλήθη να διαχειριστεί τη χαοτική ελληνική κρίση, αποσκοπώντας να ελαχιστοποιήσει τόσο τη «μόλυνση» της υπόλοιπης Ευρωζώνης όσο και την ανάληψη βαρών από τους Γερμανούς φορολογουμένους. Βοηθήθηκε από το γεγονός ότι η Ελλάδα «έσκασε» πρώτη, ως αποτέλεσμα δημοσιονομικής ανευθυνότητας, όπως αποτυπώθηκε στο διογκωμένο δημόσιο χρέος και έλλειμμα 15% του 2009. Η Ελλάδα χρεοκόπησε με τον πιο ορθόδοξο και προβλέψιμο τρόπο. Ηταν κατόπιν τούτου εύκολη η στενή ταύτιση της Ευρω-κρίσης με τη δημοσιονομική ασυδοσία, και της αντιμετώπισής της με την επιβολή πειθαρχίας.

Η οικονομική θεώρηση Σόιμπλε υποστηρίζει ότι η μείωση δημόσιων δαπανών και ελλείμματος δημιουργεί θετικές προσδοκίες χαμηλότερων φόρων στον ιδιωτικό τομέα, διευρύνοντας τα περιθώρια ανάπτυξής του, δίνοντας τελικά ώθηση στην ανάκαμψη (expansionary fiscal contraction). Από πρώτη ματιά, η πολιτική του φαίνεται να δικαιώνεται. Η Ευρωζώνη, με την περιφέρεια, έχει από το 2014 επιστρέψει σε θετική μεγέθυνση. Η θλιβερή υστέρηση της Ελλάδας το 2015 και 2016 οφειλόταν στους γνωστούς εγχώριους καταστροφικούς χειρισμούς. Ομως η δημοσιονομική προσαρμογή δεν επεκτείνει την οικονομία, όταν συνοδεύεται από κατάρρευση των επενδύσεων και του ποσοστού απασχόλησης, όπως στην Ελλάδα. Ιδίως όταν συνοδεύεται από δυσμενείς προσδοκίες αυξημένων φόρων.

Οι υψηλοί στόχοι πρωτογενούς πλεονάσματος (3,5% για τα αμέσως επόμενα χρόνια) είναι αποτέλεσμα της απόφασης να μην δοθεί περαιτέρω ελάφρυνση χρέους, που θα απαιτούσε μια έμμεση μεταβίβαση πόρων από την Ευρωζώνη. Η δημοσιονομική πειθαρχία και η επίτευξη πλεονάσματος είναι θετική κατάκτηση για την Ελλάδα. Συμβατή με τη θητεία του Σόιμπλε, που ισοσκέλισε τον γερμανικό προϋπολογισμό πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’70. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια: σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που το δημόσιο χρέος της είναι κυρίως εξωτερικό, πλεονάσματα του 3,5% συνεπάγονται την ετήσια μεταφορά αυτών των πόρων στο εξωτερικό. Αντίθετα, σε μια χώρα όπως το Βέλγιο ή η Ιταλία (που το χρέος τους είναι κυρίως εσωτερικό) το πλεόνασμα μεταφέρεται σε εγχώριες τράπεζες και αποταμιευτές, και ανακυκλώνεται χρηματοδοτώντας ξανά την οικονομία. Αρα καλή η σταθερή τήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά το πολύ υψηλό πλεόνασμα συμπιέζει την ανάπτυξη της οικονομίας.

«Ποτέ δεν ήμουν μεγάλος οικονομολόγος. Ενας Γερμανός δικηγόρος είμαι, τίποτα το συναρπαστικό. Και τα αγγλικά μου δεν είναι σπουδαία… Αλλά καταλαβαίνω την πολιτική». Ετσι περιέγραψε αυτοσαρκαστικά τον εαυτό του ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στην τελευταία συνέντευξή του στους Financial Times. Η οπτική του ήταν πρωτίστως μια ρεαλιστική θεωρία πολιτικής οικονομίας. Ο Σόιμπλε κατανοούσε πλήρως τα όρια που έθετε η γερμανική κοινή γνώμη σε περαιτέρω παραχωρήσεις προς τις χώρες του «Club Med». Εβλεπε επίσης (δικαιολογημένα) την Ελλάδα ως χώρα με φαύλο σύστημα διακυβέρνησης, λαϊκιστές πολιτικούς και αναξιόπιστους θεσμούς. Αντιλαμβανόταν ότι ένα τέτοιο κράτος δεν θα μπορούσε χωρίς εξωτερικό περιορισμό να πραγματοποιήσει οδυνηρές μεταρρυθμίσεις, ακόμα και τις απολύτως αναγκαίες.

Γνώριζε ότι ο τελικός μοχλός πίεσης ήταν η ίδια η απειλή του Grexit. Δυστυχώς, ο τυχοδιωκτισμός της κυβέρνησης Τσίπρα – Βαρουφάκη τον δικαίωσε πλήρως. Δυστυχώς, επίσης, η διατήρηση του Grexit σε ρητή ή υπολανθάνουσα μορφή υπονόμευσε την προσπάθεια οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας.

Σε πολλά ο Σόιμπλε παρέμεινε ο βράχος δύναμης και σταθερότητας που χρειαζόταν η Ευρώπη. Ηταν αποφασιστικός ο ρόλος του στην εκπόνηση και ψήφιση των προγραμμάτων διάσωσης, στο «κούρεμα» 50% του ελληνικού χρέους το φθινόπωρο 2011, σε πολλές ευνοϊκές για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη αποφάσεις. Η λογική του υπερέβαλλε τη σημασία του «ηθικού κινδύνου», αλλά επιβράβευε την επίδειξη υπευθυνότητας και αξιοπιστίας.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ενσάρκωσε το μείγμα ευρωπαϊκής φιλοδοξίας και εθνικών περιορισμών που συνοψίζει τη χαμηλών προσδοκιών σημερινή Ευρωζώνη: ένας πεπεισμένος ευρωπαϊστής, που όμως την κρίσιμη στιγμή, μπροστά στα εθνικά εμπόδια, πάτησε φρένο. Διατήρησε μέσα του τον Γερμανό δικηγόρο, και γι’ αυτό η Ευρωζώνη παραμένει ημιτελής.

http://www.kathimerini.gr/930668/opinion/epikairothta/politikh/apologismos-enos-germanoy-dikhgoroy