Ας μιλήσουμε για το περιεχόμενο – Καθημερινή 20/09/2009

Πολλά κόμματα, διαφορετικές προτάσεις και τρεις κατά βάση προσεγγίσεις πολιτικής αξιολόγησης αναμετρώνται στην προεκλογική αυτή περίοδο.

Η πρώτη σχολή σκέψης εστιάζεται στον παράγοντα ηγετική προσωπικότητα. Απορρέει από μια ανάγκη οπτικοποίησης της πολιτικής. Επιλέγει με κυρίαρχο κριτήριο τις αρετές και το χάρισμα του υποψήφιου ηγέτη.

Οι οπαδοί αυτής της σχολής κάποτε πίστεψαν ότι ο χαρισματικός Ανδρέας Παπανδρέου θα έσωζε την Ελλάδα, ότι ο βαρετός και δυσφραδής Κώστας Σημίτης είχε την αποτυχία γραμμένη στο μέτωπό του, ότι ο δυναμικός και ντόμπρος Κώστας Καραμανλής θα τσάκιζε τη διαφθορά και θα επανίδρυε το κράτος. Δηλαδή διαψεύστηκαν. Οι Tαλιμπάν αυτής της προσέγγισης περιμένουν ξανά ακροβολισμένοι την περίφημη κατ’ ευφημισμόν «τηλεμαχία» των πολιτικών αρχηγών, για να αναδείξουν τον ελάχιστο μορφασμό, το παραμικρό σαρδάμ, ως προάγγελο μελλοντικής αποτυχίας.

Η δεύτερη σχολή σκέψης κάνει το αντίθετο. Αψηφά τα πρόσωπα εστιάζοντας στο βάθος, στις δομές, στην αόρατη διάσταση της πολιτικής. Αναζητεί τις υπέρτερες ανάγκες, τις αδήριτες δυνάμεις, τις βαθύτερες συνέχειες και κανονικότητες. Με δεδομένες τις βαριές δομικές υστερήσεις της χώρας, η προσέγγιση αυτή κατατείνει σε απαισιόδοξες (αν και βάσιμες) διαπιστώσεις και μια καταδικαστική ετυμηγορία. «Το σύστημα παράγει λαϊκιστές και κομματοκρατία». «Διαφθορά και πελατειακές σχέσεις». «Φαυλοκρατία και μετριοκρατία». «Οικογενειοκρατία και νεποτισμό». «Το τέρας του δικομματισμού». Μόνη υπερήφανη στάση, συμπεραίνουν οι ακραίοι της προσέγγισης αυτής, είναι η απόρριψη, η σαρωτική καταψήφιση. Το βροντερό όχι.

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις έχουν προφανή στοιχεία βασιμότητας. Η σύνθεσή τους είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι δομές δεσμεύουν, περιορίζουν, ενίοτε προδιαγράφουν αποτελέσματα; Οτι τα πρόσωπα αναπαράγουν τις δομές, αλλά μπορούν να κάνουν και τη διαφορά; Το σχήμα δομή – προσωπικότητα έχει μια αφηγηματική πληρότητα. Για το λόγο αυτόν συχνά μας παρασέρνει στο συμπέρασμα ότι είναι επαρκές. Είναι όμως;

Οχι. Ανάμεσα στα ορατά πρόσωπα και τις αόρατες δομές υπάρχει το μεσαίο, «πραγματικό» επίπεδο της δημόσιας πολιτικής. Η τρίτη αυτή σχολή σκέψης επικεντρώνεται στο προγραμματικό πλαίσιο και περιεχόμενο της διακυβέρνησης. Τα μέτρα και τους θεσμικούς κανόνες που οργανώνουν (με κίνητρα, περιορισμούς και κυρώσεις) τον δημόσιο βίο. Τις προγραμματικές δεσμεύσεις – αλλά και το πολιτικό δυναμικό που θα τις εφαρμόσει. Ελέγχοντας τη συνοχή, το ρεαλισμό, αξιολογώντας τις συνέπειές τους.

Αυτή η τρίτη σχολή σκέψης στηρίζεται σε δύο προπαραδοχές. Πρώτον, το μέγιστο διακύβευμα των εκλογών δεν είναι η αποδοκιμασία, το «μήνυμα» ή το υπερεγώ του ψηφοφόρου, αλλά η διακυβέρνηση της επόμενης μέρας. Δεύτερον, στη δημοκρατία οι αλλαγές προς το καλύτερο σπάνια έχουν το χαρακτήρα «επανάστασης» και ριζικής αναδιάταξης. Συνήθως είναι προϊόν σωρευτικών, σταδιακών, σιωπηρών μεταρρυθμίσεων. Το Γουδή του 1909 δεν επαναλαμβάνεται. Η πρόοδος συχνότατα συμβιώνει με τη στασιμότητα, παραπέμποντας στα «Βήματα του Εστερναχ» που αναλύει ο Αλέκος Παπαδόπουλος (μεταρρυθμιστής που δυστυχώς στερείται η επόμενη Βουλή): δύο βήματα πίσω για κάθε τρία βήματα μπροστά.

Πόση προσοχή έχουμε δώσει στα συγκεκριμένα προτεινόμενα μέτρα, στο προγραμματικό περιεχόμενο της διακυβέρνησης; Οχι αρκετή, παρότι περισσότερη από ό, τι σε προηγούμενες εκλογές. Ας είναι καλά η κρίση, που υποχρεώνει ακόμα και τηλεοπτικούς δημοσιογράφους να συμπεριφέρονται σαν υπεύθυνοι ενήλικοι… Ακούω βέβαια τη στερεότυπη ένσταση: μα καμία κυβέρνηση δεν παίρνει σοβαρά τις προεκλογικές της εξαγγελίες! Ναι, όσο η δημόσια συζήτηση αποτυγχάνει να απαιτήσει δεσμεύσεις, εξηγήσεις και διευκρινίσεις.

Πέρα λοιπόν από τα στερεοτύπως λεχθέντα (τις αυξήσεις μισθών, συντάξεων και επιδομάτων…). Πέρα επίσης από τα τεχνηέντως αποσιωπηθέντα (την επιτακτική ανάγκη εξυγίανσης του ασφαλιστικού που σε βάθος χρόνου, μαζί με το χρέος, απειλεί να γκρεμίσει την ελληνική οικονομία). Πέρα από όλα αυτά, κατατέθηκαν σημαντικές προτάσεις (κυρίως αλλά όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ) που έχουν τη δύναμη να βελτιώσουν καθοριστικά το πλαίσιο και περιεχόμενο της διακυβέρνησης. Εξορθολογισμός του κυβερνητικού σχήματος. (Με μια υποδομή γραφείου πρωθυπουργού αντίστοιχη των προηγμένων δημοκρατιών, για να παρακολουθεί αποτελεσματικά το κυβερνητικό έργο;) Σπάσιμο των αχανών εκλογικών περιφερειών, μείωση εκλογικών δαπανών. Κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων που δεν δηλώνονται στο πόθεν έσχες. Στο Διαδίκτυο οι αποφάσεις του Δημοσίου και της Αυτοδιοίκησης. Τριετής κρατικός προϋπολογισμός συγκεκριμένων προγραμμάτων – για να μη μοιράζουν υπουργοί ανεξέλεγκτα το δημόσιο χρήμα. Διπλογραφικό σύστημα στους δημόσιους φορείς. Ηλεκτρονικές δημοπρασίες για προμήθειες του Δημοσίου. Ανεξάρτητη στατιστική υπηρεσία. Ισχυρή Επιτροπή Ανταγωνισμού, ειδική υπηρεσία πρόληψης εναρμονισμένων πρακτικών. Θεσμοί αξιολόγησης στην εκπαίδευση και την υγεία.

Εκεί πρέπει να στρέψουμε τη συζήτηση. Ανεβάζοντας τον πήχυ των απαιτήσεων. Ελέγχοντας την κυβέρνηση της επόμενης μέρας για τη συνέπεια πράξεων και προεκλογικών δεσμεύσεων.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_20/09/2009_330077