Eχει νόημα η συναίνεση; – Καθημερινή 08/03/2009

Σε δύο πολύ εύστοχα άρθρα (4–5 Μαρτίου), ο Πάσχος Μανδραβέλης ανέδειξε μιαν ενδιαφέρουσα αντίφαση. Η κυβέρνηση ζητάει συναίνεση στην πολιτική της την ώρα που διάχυτες νησίδες αυθαιρεσίας και ανομίας (στους διαδρόμους της εξουσίας και στα πεζοδρόμια της κοινωνίας) καταργούν το απόλυτο μίνιμουμ της συναίνεσης: τους κανόνες του κράτους δικαίου. Εχει νόημα η αναζήτηση συναίνεσης στην πολιτική;

Τα δύο μεγάλα κόμματα συγκλίνουν πλέον σε πολλά, κι αυτό είναι καλό. Ας θυμηθούμε ότι υπήρχε μια εποχή που το ΠΑΣΟΚ ξιφουλκούσε εναντίον της Κοινής Αγοράς και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι τα δύο κόμματα ταυτόσημα; Ασφαλώς όχι. Οφείλουν να έρθουν σε συμφωνία; Και πάλι όχι.

Τα κόμματα εξουσίας πρέπει να τηρούν ορατές αποστάσεις, να τονίζουν τις διαφορές τους για να μπορούν να επιτελέσουν τον ρόλο τους. Η δημοκρατία είναι σύστημα αντιπαράθεσης αντίπαλων προτάσεων διακυβέρνησης. Οταν οι εναλλακτικές συρρικνώνονται, τότε η δημοκρατία μοιάζει προσχηματική, το σύστημα γίνεται επιρρεπές στη συνολική αμφισβήτησή του. Η αναζήτηση συναίνεσης βολεύει, όταν επικαλύπτει την κυβερνητική ατολμία. Αποδυναμώνει όμως τη μίνιμουμ συναίνεση στους βασικούς κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Τότε κάποιοι αναζητούν διέξοδο στις μολότοφ.

Τρεις ακόμα λόγοι περιστέλλουν τη δυνατότητα συναίνεσης στις κυβερνητικές πολιτικές. Πρώτον, ελάχιστες πολιτικές αναγνωρίζονται ως «οικουμενικά» ορθές. Κρατούσες «ορθοδοξίες» ενίοτε ανατρέπονται πανηγυρικά, όπως θυμίζει η παγκόσμια οικονομική κρίση. Δεύτερον, οι κυβερνητικές πολιτικές συνεπάγονται κερδισμένους και χαμένους. Δεν περιμένει κανείς από τους ζημιωμένους να συμφωνούν, παρότι απαιτεί από μια κυβέρνηση να αψηφά τις οργανωμένες μειοψηφίες. Είναι δουλειά της αντιπολίτευσης να ενσωματώνει τους χαμένους στο δημοκρατικό παιχνίδι.

Τρίτον, η σημασία της συναίνεσης περιορίζεται διότι το κρίσιμο στη διακυβέρνηση δεν είναι το περιεχόμενο αλλά η εφαρμογή. Και για την εφαρμογή της πολιτικής αποκλειστική ευθύνη έχει πάντοτε η κυβέρνηση. Ιδίως όταν πρόκειται για το ελληνικό κράτος, που διορίζει κουμπάρους και κομματάρχες σε θέσεις ευθύνης, αποτυγχάνει στην επιβολή των όρων του παιχνιδιού, αδυνατεί να προβλέψει, να σχεδιάσει, να διαχειριστεί. Αν η συμφωνία στις «βασικές παραδοχές» είχε μεγαλύτερη σημασία από την εφαρμογή της πολιτικής, τότε θα δικαιούνταν τα «χρυσά παιδιά» της Γουόλ Στριτ να ρίξουν τις ευθύνες κατευθείαν στον Ανταμ Σμιθ.

Αλλά, πόσο ωραίο θα ήταν τα δύο μεγάλα κόμματα να ομονοούσαν στα μεγάλα ζητήματα (παιδεία, δημόσια διοίκηση, οικονομική πολιτική); Ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο επιθυμούμε τη συναίνεση αυτή είναι διότι στην πολιτική αρένα το κάθε κόμμα δρα προωθώντας το στενό κομματικό του συμφέρον. Ομως δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι τα δύο κόμματα δεν θα επιδοθούν στον ίδιο στενό κομματικό ανταγωνισμό ακόμα και στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης συναίνεσης. Αρκεσαν πέντε μήνες οικουμενικής κυβέρνησης το 1989–90, υπό τον άμεμπτο κορυφαίο ακαδημαϊκό Ξενοφώντα Ζολώτα, για να εκτροχιαστούν πλήρως τα δημοσιονομικά της χώρας, καθώς τα ρουσφέτια πολλαπλασιάστηκαν και το κάθε κόμμα τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια του άλλου. Κάθε κόμμα λοιπόν θα επιδιώξει να χρησιμοποιήσει τη συναίνεση ως εκλογικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου. Αν, με άλλα λόγια, μια πάγια αιτία κυβερνητικής παθογένειας στην Ελλάδα είναι ο κομματισμός, που οδηγεί στην άλωση του κράτους, γιατί υποθέτουμε ότι αυτός θα εξαλειφθεί με την επιδίωξη της συναίνεσης;

Φυσικά, ο κομματικός ανταγωνισμός είναι εγγενής στη δημοκρατία. Ομως, διαφορετικοί θεσμικοί κανόνες του παιχνιδιού μπορούν να μειώσουν τις επιπτώσεις του, ενισχύοντας τα δημοκρατικά αντίβαρα, αποτρέποντας την αποικιοποίηση του κράτους από το κυβερνών κόμμα και του τελευταίου από ισχυρά ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της πολιτικής: ιδού μια συναίνεση με ουσία και περιεχόμενο!

Ας συμφωνήσουν, λοιπόν, τα δύο κόμματα, με πρωτοβουλία του ενός ή του άλλου, σε άμεση υιοθέτηση νέου μεικτού εκλογικού συστήματος με στενές εκλογικές περιφέρειες, που μειώνει το πολιτικό χρήμα και τις οικονομικές εξαρτήσεις. Θεσμοθέτηση πλήρους διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων. Απαγόρευση μονιμοποίησης συμβασιούχων στο Δημόσιο, που καταργεί το ΑΣΕΠ και οδηγεί σε κομματική ομηρία. Ανεξαρτητοποίηση της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. Ισχυρή και ανεξάρτητη αρχή καταπολέμησης της διαφθοράς. Κατάργηση της κρατικής διαφήμισης (πλην της καθαρά ενημερωτικής), πλαφόν και κατανομή ανάλογη της κυκλοφορίας των ΜΜΕ. Συναίνεση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο ακεραιότητας και αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος.

Οι συναινέσεις προάγουν την ποιότητα της δημοκρατίας, αρκεί να μην παράγουν ψευδαισθήσεις «μιας πολιτικής». Δουλειά της αντιπολίτευσης είναι να προσφέρει μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αν το κάνει με τρόπο εμπρηστικό και ακραίο, ζημιώνει ούτως ή άλλως την αξιοπιστία της. Αν πάψει να το κάνει, ζημιώνει και τον εαυτό της και τη δημοκρατία. Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση βρίσκεται εκεί για να κυβερνά.

* Aναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_08/03/2009_306734