“H αισιοδοξία ως δημόσιο καθήκον” – Athensvoice 18/1/2017

Ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας δίνει απαντήσεις στα σκληρά ερωτήματα των φοιτητών της «χαμένης γενιάς»

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας, διευθυντής στρατηγικού σχεδιασμού και σύμβουλος των πρωθυπουργών Λουκά Παπαδήμου και Παναγιώτη Πικραμμένου, ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές της ελληνικής κρίσης, ο Γιώργος Παγουλάτος ανήκει στην «τυχερή» γενιά, τη γενιά των σημερινών σαραντάρηδων που είχαν την τύχη να δουν την οικοδόμηση μιας Ευρώπης ανοιχτών συνόρων, πολλαπλών ευκαιριών και αλληλεγγύης, αισιόδοξης και ευημερούσας, με πίστη στο μέλλον. Τώρα, ως καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης στην Μπριζ, καλείται να δώσει απαντήσεις στα σκληρά ερωτήματα των φοιτητών της «άτυχης» γενιάς. Της γενιάς που έχουν αποκαλέσει «χαμένη γενιά», της γενιάς που είδε μέσα σε 10 χρόνια τη ζωή της να ανατρέπεται και την Ελλάδα να αποτυγχάνει, να μοιάζει με «νησί που φεύγει». Σε αυτή την πιο μορφωμένη από συστάσεως του ελληνικού κράτους γενιά αφιερώνει το τελευταίο του βιβλίο «Το νησί που φεύγει, 121+1 κείμενα για την κρίση» (εκδόσεις Παπαδόπουλος), με την ελπίδα να διαβαστεί σαν ένα δοκίμιο εθνικής αυτογνωσίας και αναζήτησης ελπίδας. 

Σε ποιο σημείο πιστεύετε ότι βρισκόμαστε σήμερα; Στο χαμηλότερο πριν την ανάταξη, σε ένα ενδιάμεσο σημείο πριν από μια ακόμα βαθύτερη πτώση; Ή μήπως το νησί… έχει φύγει και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε;
«Το νησί που φεύγει», ο τίτλος του βιβλίου μου, ήταν ο τίτλος ενός άρθρου μου στην «Καθημερινή» μερικές εβδομάδες πριν το τυχοδιωκτικό δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015. Στο μυαλό μου είχα τη φοβερή τελευταία σκηνή από το Underground του Κουστουρίτσα: αρειμάνιοι βαλκάνιοι γλεντάνε και μεθοκοπάνε πυροβολώντας περήφανα και αμέριμνα στον αέρα την ώρα που το έδαφος κάτω από τα πόδια τους έχει αποκοπεί από τον ηπειρωτικό κορμό και αρμενίζει ως μικροσκοπικό νησί μόνο του στο πέλαγος. Η Ελλάδα ήταν «το νησί που φεύγει»: από τον ευρωπαϊκό της κορμό και προορισμό, από το θεσμικό, οικονομικό, πολιτικό και ψυχικό σύνδεσμο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Πού βρισκόμαστε σήμερα; Τη ζωή τη ζούμε προς τα εμπρός και την καταλαβαίνουμε προς τα πίσω, είχε πει ο Κίρκεγκωρ. Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν βρισκόμαστε πριν την ανάταξη ή πριν από μια ακόμα βαθύτερη πτώση. Το τι θα ακολουθήσει εξαρτάται από τις επιλογές και τις πράξεις, τωρινές και επόμενες, των κυβερνώντων, των πολιτικών δυνάμεων και της κοινωνίας. Θυμίζω ότι το νησί ανέκαμπτε αργά, βασανιστικά – από το 2014 είχαμε έξι συνεχόμενα τρίμηνα οριακά θετικής αύξησης του ΑΕΠ, που ξαναγύρισε σε ύφεση μετά την αλλοπρόσαλλη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 και τα μοιραία capital controls. Το νησί ήταν έτοιμο να φύγει Ιούνιο-Ιούλιο του 2015, αλλά τελευταία στιγμή ο καπετάνιος συνειδητοποίησε τις συνέπειες και έστριψε 180 (κι ευτυχώς όχι 360) μοίρες. Τώρα υπάρχουν πάλι κάποια ίχνη δειλής σταθεροποίησης και ανάκαμψης, αλλά για να μετασχηματιστεί σε πραγματική ανάπτυξη πρέπει να ακολουθήσουν πολύ περισσότερα – που αυτή η κυβέρνηση δεν δείχνει να έχει το θάρρος να κάνει. Η επιστροφή σε ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί για να πούμε οριστικά «το σώσαμε». Αλλά χωρίς αυτήν, οι πιθανότητες (αυτο)καταστροφικών εκβάσεων πολλαπλασιάζονται. Δημαγωγοί, ακραίοι, και τσαρλατάνοι συνωθούνται στον προθάλαμο διαγκωνιζόμενοι για να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι η χώρα δεν έχει σωτηρία στο ευρωπαϊκό πλαίσιο κι ότι πρέπει να αναζητήσουμε την τύχη μας εκτός. Αυτό θυμίζει έναν βαριά αλλά ιάσιμο ασθενή που επειδή έχει απελπιστεί από την ασθένεια και τη θεραπεία του, αποφασίζει να κόψει τα δυο του πόδια.

Έχετε ζήσει την κρίση από διάφορες θέσεις (καθηγητής, σχολιαστής) αλλά και από μέσα, ως διευθυντής στρατηγικού σχεδιασμού και σύμβουλος των πρωθυπουργών Λουκά Παπαδήμου και Παναγιώτη Πικραμμένου. Τι θυμάστε πιο έντονα από εκείνες τις ιστορικές στιγμές;
Εκείνη η περίοδος ήταν μια από τις δραματικότερες της κρίσης, με την οικονομία στα βάθη της ύφεσης. Υπήρξαν πολλές οριακές στιγμές. Δυο-τρεις φορές η διαπραγμάτευση, εντατική με αλλεπάλληλες ολονυχτίες, έφτασε ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Το βράδυ του Φεβρουαρίου που ψηφιζόταν το 2ο Μνημόνιο βλέπαμε μέσα από τη Βουλή τις μολότοφ να εκτοξεύονται και την Αθήνα να καίγεται. Μεταξύ των δυο εκλογών Μαΐου-Ιουνίου 2012 ήταν διάχυτη η αγωνία για μια πιθανή κατάρρευση των τραπεζών, που όμως (με τη βοήθεια της ΕΚΤ) άντεξαν χωρίς να χρειαστούν capital controls. Όσα έγιναν μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και Ιουνίου 2012, όχι μόνο απέτρεψαν μια καταστροφική άτακτη χρεοκοπία της χώρας, αλλά δημιούργησαν ένα προηγούμενο κυβερνήσεων διακομματικής συνεργασίας που κρατάει μέχρι σήμερα, και πραγματοποίησαν μια οδυνηρή προσαρμογή και μεταρρυθμίσεις που κατέστησαν εφικτή την πορεία εξόδου της χώρας από την κρίση.

Σήμερα, εξακολουθείτε να θεωρείτε ότι η «βελούδινη αναδιάρθρωση», όπως χαρακτηρίζετε τη συμφωνία του PSI, ήταν η καλύτερη δυνατή λύση;
Η συμφωνία του PSI ήταν η μεγαλύτερη «εθελοντική» απομείωση δημόσιου χρέους στα χέρια του ιδιωτικού τομέα που έχει πραγματοποιηθεί στον κόσμο. Ήταν ένα κούρεμα 106 δις, που αν υπολογίσει κανείς τη μετέπειτα επαναγορά ομολόγων το φθινόπωρο του 2012 και τις προεκτάσεις αποπληρωμών και μειώσεις επιτοκίων, έφτανε σε μια συνολική απομείωση της τάξης των 175 δις σε καθαρή παρούσα αξία, δηλαδή περίπου ένα σημερινό ΑΕΠ. Το ονομαστικό μέγεθος του χρέους παραμένει υψηλό και απαιτεί περαιτέρω παρεμβάσεις αναδιάρθρωσης. Αλλά επειδή έχει φύγει από τις αγορές και είναι χρέος με πολύ χαμηλά επιτόκια, περιόδους χάρητος και πολύ μακρές ωριμάνσεις, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας η συνολική ελάφρυνση που έχει πραγματοποιηθεί είναι τεράστια. Η λύση του PSI δεν ήταν τέλεια. Φυσικά προτιμότερο θα ήταν το κούρεμα να ήταν ακόμα μεγαλύτερο, να μην έπληττε τους Έλληνες ομολογιούχους και τα ασφαλιστικά ταμεία, να είχε γίνει νωρίτερα κ.λπ. Aυτά όμως ήταν αδύνατο να επιτευχθούν. Υπό τα δεδομένα, τους περιορισμούς και τις πραγματικές εναλλακτικές που υπήρχαν, ήταν πράγματι μακράν η καλύτερη δυνατή λύση. Αυτό φαίνεται σε σύγκριση και με τις πολύ περιορισμένης εμβέλειας επιλογές ελάφρυνσης του χρέους που σήμερα βρίσκονται στο τραπέζι. Και που ο σημερινός κυβερνητικός συνασπισμός θα έσπευδε να πανηγυρίσει, έχοντας ως αντιπολίτευση χτίσει πολιτικές καριέρες στην οικοδόμηση ψεμάτων και τη δαιμονοποίηση πολιτικών αντιπάλων για το τρισκατάρατο PSI.

Γράφατε ότι έχουμε μπει στην «τέλεια καταιγίδα»: πάσχουμε ταυτόχρονα από κρίση χρέους και κρίση ανταγωνιστικότητας. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι φταίνε τα μνημόνια. Εσείς τι λέτε;
Η δαιμονοποίηση των μνημονίων παραμένει δημοφιλές άθλημα στη χώρα μας, όπως και η δαιμονοποίηση της Ευρώπης και των φιλελεύθερων ελίτ στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, που οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα. Στην Ελλάδα ανακαλύψαμε τα post-truth politics νωρίτερα από τους Brexiters και τον Trump. Η ανταγωνιστικότητα κόστους της χώρας ήταν στα βάραθρα το 2009. Μέχρι το 2015 ανακτήσαμε πλήρως την απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας με όρους κόστους εργασίας που είχε καταγραφεί μεταξύ 2000 και 2009 (συνολική βελτίωση 2009-2015: 22%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος). Έχει επίσης ανακτηθεί σημαντικά η σωρευτική απώλεια ανταγωνιστικότητας ως προς το επίπεδο τιμών (συνολική βελτίωση 2009-2015: 10%). Όμως η συνολική ανταγωνιστικότητα παραμένει χαμηλή για άλλους λόγους, που εν μέρει αφορούν τις ανεπαρκείς μεταρρυθμίσεις: κόστος γραφειοκρατίας και συναλλαγών, ρυθμιστική και πολιτική αστάθεια, συρρίκνωση των επενδύσεων και υπερφορολόγηση, ανεπαρκής ενσωμάτωση σε διεθνή εμπορικά δίκτυα και διεθνείς αλυσίδες αξίας, πολύ μικρό μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων (που εμποδίζει τη διεθνοποίησή τους), υψηλό κόστος χρήματος και αδυναμία πρόσβασης σε κεφάλαια λόγω των capital controls και του κινδύνου χώρας (country risk). Για όλα αυτά οι ευθύνες των μνημονίων είναι περιορισμένες σε σχέση με τις δικές μας ευθύνες και τις διαρθρωτικές αδυναμίες που προϋπήρχαν και δεν θεραπεύθηκαν.

Όσο για το χρέος, αρκεί να σκεφτείτε τα εξής. Η χώρα δεν έχει πρόβλημα δανειακών αναγκών (δηλαδή αναχρηματοδότησης και εξυπηρέτησης του χρέους) για τα αμέσως επόμενα χρόνια, καθώς οι λήξεις των ομολόγων έχουν μεταφερθεί 20 και 30 χρόνια αργότερα. Επίσης, η χώρα είναι προστατευμένη από τις αγορές, ως προς τη χρηματοδότηση του χρέους, καθώς το χρέος διακρατείται από το λεγόμενο «επίσημο» τομέα. Μετά τις διαδοχικές αναδιαρθρώσεις χρέους από τους εταίρους μετά το 2012, η Ελλάδα κατέληξε να καταβάλλει λιγότερους τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αν και με υψηλότερο ποσοστό χρέους/ ΑΕΠ, από χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία. Οι διεθνείς οργανισμοί πλέον αναγνωρίζουν ότι το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι το ποσοστό χρέους/ΑΕΠ αλλά το συνολικό μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, και αυτό πλέον έχει περάσει σε ομαλά επίπεδα και ήδη χαμηλότερα από άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Αυτά δεν σημαίνουν ότι το χρέος είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο χωρίς περαιτέρω αναδιαρθρώσεις – δεν είναι. Όμως οι παρεμβάσεις αφορούν το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο διάστημα, δίνοντάς μας χρόνο να προσαρμόσουμε την οικονομία μας, να φτιάξουμε το σπίτι μας.

Πιστεύετε ότι πρέπει να διαφυλάξουμε τη συμμετοχή μας στον ευρωπαϊκό πυρήνα πάση θυσία. Από πού αντλείτε την αισιοδοξία σας όταν έχουμε ουσιαστικά, όπως γράφετε, «χάσει τη θέση μας στο τραπέζι των αποφάσεων» που μας αφορούν;
Η κατάσταση μιας χώρας που βρίσκεται στη στενή επιτήρηση των μνημονίων από μόνη της δεν εμπνέει αισιοδοξία. Η αισιοδοξία αφορά στη δυνατότητα να σταθούμε στα πόδια μας, μέσα στο ευρώ, όταν καταφέρουμε να αποφοιτήσουμε από τα μνημόνια έχοντας κάνει αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες το πολιτικό μας σύστημα από μόνο του ποτέ δεν θα είχε μαζέψει το θάρρος να πραγματοποιήσει. Θα έπρεπε να μας εμπνέει το παράδειγμα των άλλων χωρών που τα κατάφεραν, από την Ιρλανδία και την Πορτογαλία μέχρι την Κύπρο.

Στην αρθρογραφία σας, επίσης, εμφανίζεστε αισιόδοξος για την ανάκαμψη. Πιστεύετε ότι η συνταγή «λιγότεροι περιορισμοί δαπανών και περισσότεροι φόροι» αυτής την κυβέρνησης είναι σωστή και θα μας βγάλει από την ύφεση; 
Η αισιοδοξία είναι μια αίσθηση υποχρέωσης και δημόσιου καθήκοντος για όσους μιλάμε και γράφουμε δημόσια. Με άλλα λόγια εάν δημόσια παραιτηθούμε από κάθε ελπίδα καλύτερα να σιωπήσουμε. Δεν θεωρώ όμως ότι η συνταγή υπερφορολόγησης αυτής της κυβέρνησης μπορεί να μας βγάλει από την ύφεση. Το μόνο που πετυχαίνει είναι να βγάλει από την επίσημη οικονομία ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (σε συνδυασμό με τα λοιπά πεπραγμένα τους) παράγει ένα εχθρικό και πάντως αντίξοο περιβάλλον για τη δημιουργία επιχειρήσεων από τον ιδιωτικό τομέα, που είναι ο μόνος που μπορεί να αυξήσει την απασχόληση και να μειώσει την ανεργία. Αντίθετα, τα φορολογικά έσοδα έπρεπε να αυξηθούν μέσα από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης -δυστυχώς εδώ το ΔΝΤ έχει δίκιο. Και με τα έσοδα πρέπει να αποκτήσουμε κι ένα κοινωνικό κράτος που θα προστατεύει κι ενισχύει τους μακροχρόνια ανέργους και τους πραγματικά φτωχούς (οι οποίοι σήμερα γλιστράνε μέσα από το δίχτυ κοινωνικής προστασίας) κι όχι να σπεύδει να μοιράζει πλεονάσματα στους συνταξιούχους επειδή αποτελούν μια εντοπίσιμη πελατειακή ομάδα.

Η κουλτούρα της συναίνεσης βοήθησε άλλες χώρες να φτιάξουν εθνικό σχέδιο διάσωσης και να «ξεκολλήσουν». Αυτή η κουλτούρα δεν υπάρχει στη χώρα μας. Και για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν/είναι μόνο ο αριστερός λόγος λαϊκίστικος και διχαστικός, το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού, μιντιακού και συνδικαλιστικού συστήματος πήρε μέρος στο «αντιμνημονιακό» πάρτι. Πιστεύετε ότι αυτή η κυβέρνηση εννοεί ειλικρινά τη συναίνεση, π.χ. για κάποια απαραίτητη μεταρρύθμιση, ή εξαντλείται στη «συναίνεση για νέα φορολογικά μέτρα»; Επίσης, η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχουν λάβει το μήνυμα;
Έχω υποστηρίξει την ανάγκη διακομματικής συναίνεσης στα μεγάλα και σημαντικά. Θεωρώ τη διακομματική ψήφιση του 3ου Μνημονίου από 5 κόμματα πέρυσι το καλοκαίρι ως κορυφαία στιγμή ωριμότητας και ευθύνης του πολιτικού συστήματος – μετά τον παρ’ ολίγον μοιραίο τυχοδιωκτισμό της κυβέρνησης Τσίπρα που οδήγησε στο δημοψήφισμα. Όμως, το ότι υποστηρίζω τη συναίνεση δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω την προσπάθεια της κυβέρνησης να μοιραστεί απλώς με την αντιπολίτευση το κόστος αναγκαίων οδυνηρών επιλογών που πρέπει να κάνει. Συνεπώς η επίκληση της συναίνεσης από αυτή την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι ειλικρινής, και γι’ αυτό δεν χρειάζεται καν να ανατρέξει κανείς στο παρελθόν της ως δημαγωγικής και υπερφίαλης αντιπολίτευσης. Θα ήθελα αυτή η κυβέρνηση Τσίπρα να είχε πολιτευτεί με ένα πνεύμα συναινετικής διακυβέρνησης, αναζητώντας έντιμες συγκλίσεις στα μεγάλα και σημαντικά με τα κόμματα της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης. Δεν το έπραξε, και επομένως δεν θεωρώ ότι η αξιωματική αντιπολίτευση υποχρεούται να στηρίξει τις επιμέρους επιλογές στις οποίες η κυβέρνηση οδηγεί τη χώρα. Τούτου λεχθέντος, είναι αναγκαίο η κυβέρνηση να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση εντός του Φεβρουαρίου, δρομολογώντας την ένταξη στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, αλλιώς οι επιπτώσεις στην οικονομία θα είναι βαρύτατες και πιθανά μη αναστρέψιμες.

Τα τεράστια προβλήματα προϋποθέτουν για τη λύση τους μια σοβαρή κυβέρνηση που θα στοχοπροσηλωνόταν σε λιγότερο κράτος και στην αύξηση των επενδύσεων. Βλέπετε τις συνθήκες να «επιβάλλουν» σταδιακά τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοβαρή σοσιαλδημοκρατική αριστερά;
Ασφαλώς θα ήταν όφελος για τη χώρα η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοβαρή σοσιαλδημοκρατική αριστερά. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ και το στελεχιακό δυναμικό του όχι μόνο πάντοτε απείχαν αλλά και βαθιά περιφρονούσαν τις ιδεολογικές και προγραμματικές αναζητήσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Γι’ αυτό και την κρίσιμη ώρα αισθάνθηκαν πιο κοντά με το εθνικολαϊκιστικό ΑΝΕΛ παρά με τα κεντρώα φιλοευρωπαϊκά κόμματα. Επομένως είναι σαφές ότι το φλερτ του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ήταν μια ευκαιριακή μετάλλαξη, σαν την υιοθέτηση από τον κ. Τσίπρα της φωνητικής χροιάς του Ανδρέα Παπανδρέου. Στην καλύτερη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ του 2016 θα μπορούσε να αποφοιτήσει σε ένα ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Ακόμα και αυτό ίσως να ήταν μια θετική εξέλιξη σε σχέση με τη διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ απέχει όμως από το είδος της σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που χρειάζεται σήμερα η χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 τρώει τα διαδοχικά χαστούκια της πραγματικότητας. Όμως επειδή δεν διαθέτει το ιδεολογικό, προγραμματικό και στελεχιακό βάθος, αδυνατεί να τα μετασχηματίσει σε λόγο και πράξη σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς. Παραμένει να μετεωρίζεται μεταξύ κυνισμού για την πάση θυσία παραμονή στην εξουσία και επιστροφής στον παλιό λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ, όταν γυρίσει στα κεραμίδια της αντιπολίτευσης.

Στον επόμενο πρωθυπουργό, ποια θα ήταν η πρώτη συμβουλή που θα του δίνατε;
Θα του έλεγα (αλλά ήδη το γνωρίζει): αυτό το κράτος για να κυβερνηθεί χρειάζεται σχέδιο, μέθοδο, οργάνωση, σύστημα, παρακολούθηση και διαχειριστική επάρκεια. Για να παραμείνει ο επόμενος πρωθυπουργός στην εξουσία πρέπει να ηγηθεί και όχι απλώς να ακολουθεί την κοινωνία. Που σημαίνει πρέπει να συγκρουστεί με συγκεκριμένες ομάδες για χάρη του ευρύτερου ή και μακροπρόθεσμου συμφέροντος της χώρας. Για να μπορέσει να ηγηθεί πρέπει να πείσει για την αναγκαιότητα αυτών που κάνει. Και για να πετύχει αυτό, πρέπει να απευθυνθεί και στο μυαλό και στο συναίσθημα των ψηφοφόρων.

Σε ένα άρθρο απαντάτε σε μια παλιά σας φοιτήτρια που σας «κατηγορεί» ότι σας λείπει το όραμα. Το όραμά σας σκέφτεστε να το υλοποιήσετε μέσα από την ενεργή ανάμιξή σας με την πολιτική;
Το όραμά μου το διατυπώνω σε κάθε ευκαιρία και το υλοποιώ μετέχοντας στο δημόσιο διάλογο, με την αρθρογραφία μου, τη δουλειά μου στο πανεπιστήμιο, τη συμμετοχή μου σε συλλογικές πρωτοβουλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αισθάνομαι ενεργός πολίτης, ορθολογικά παθιασμένος με την ιδέα μιας ευρωπαϊκής Ελλάδας – και μιας Ευρώπης που θα ξαναβρεί τη χαμένη ψυχή της και θα μπορέσει να ξαναπιάσει το νήμα της ευρωπαϊκής ιδέας. Αυτό για την ώρα με καλύπτει πλήρως.

http://www.athensvoice.gr/politiki/giorgos-pagoylatos-i-aisiodoxia-os-dimosio-kathikon