Η εκδίκηση των απέξω – Καθημερινή 24/7/2016

Α​​πό την Ευρώπη στις ΗΠΑ, οι ψηφοφόροι διακατέχονται από όλο κι εντονότερη ανασφάλεια. Ανασφάλεια απέναντι στην ανεργία και στο φάσμα της βιοτικής υποβάθμισης ή φτωχοποίησης. Ανασφάλεια για το αύριο των παιδιών τους ή για το αν θα έχουν οι ίδιοι σύνταξη μεθαύριο. Ανασφάλεια για το αν θα μπορούν να μετακινούνται χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή τους. Η ανασφάλεια δεν αφορά μόνο τους αδύναμους αλλά και τους προνομιούχους, για την απώλεια των κεκτημένων τους ή την αλλαγή ενός τρόπου ζωής που δεν θέλουν να αλλάξει. Συναρτάται με την κατά Ούλριχ Μπεκ «κοινωνία της διακινδύνευσης», τη νεωτερική κοινωνία των ραγδαίων αλλαγών σε έναν κόσμο παγκοσμιοποίησης.

Η ανασφάλεια είναι εν μέρει προϊόν μιας μιντιακής σφαίρας που μεγεθύνει τους κινδύνους και παράγει αίσθηση αμεσότητας των απειλών, εμφανίζοντάς τις ως πιθανότερες από ό,τι είναι. Η αλήθεια είναι ότι ζούμε σήμερα εν ειρήνη, ζούμε περισσότερο, υγιέστεροι, πιο ελεύθεροι και ευημερούντες από ό,τι οποτεδήποτε στο ιστορικό παρελθόν. Ομως οι ανισότητες διευρύνονται και η καθοδική κοινωνική κινητικότητα είναι πια συνηθισμένη όσο κι η ανοδική. Επομένως «το σύστημα» δεν έχει αποτύχει – αλλά χρειάζεται επειγόντως βαθιές παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις. Τρεις βασικές εκδοχές απαντήσεων στην ανασφάλεια παράγουν οι δημοκρατίες μας.

Η πρώτη είναι η θεσμική, «συστημική», μεταρρυθμιστική οδός. Ο Ομπάμα θεσμοθέτησε (όσο μπορούσε με ένα εχθρικό Κογκρέσο) εθνικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης, για να μειώσει τον κίνδυνο οι μεσαίες οικογένειες να βρεθούν ανασφάλιστες να παλεύουν με την αρρώστια.

Ο Ρέντσι θα επιχειρήσει με το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου να μετριάσει το πολιτικό ρίσκο και την παραλυτική αστάθεια ενός δυσλειτουργικού συστήματος, μειώνοντας τις εξουσίες της Γερουσίας. Το δικό του δημοψήφισμα είναι αναγκαίο για μια αλλαγή τέτοιας εμβέλειας. Πολλές δημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη εργάζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια απέναντι στην τρομοκρατία, σεβόμενες όμως τα ανθρωπιστικά κεκτημένα του δυτικού κράτους δικαίου.

Η δεύτερη οδός είναι η ανατρεπτική αντισυστημική και αντιφιλελεύθερη δημαγωγία – που ενίοτε οδηγεί στην αυταρχική ημιδημοκρατία. Οι αντιφιλελεύθερες τάσεις των κυβερνήσεων της Ουγγαρίας και της Πολωνίας δύσκολα κρύβονται. Σε άλλες χώρες, αντισυστημικοί δημαγωγοί απαντούν στην ανασφάλεια εξάπτοντας τον φόβο, στοχοποιώντας τον «ξένο» και τον «εσωτερικό εχθρό», οξύνοντας τις διαιρέσεις, κηρύσσοντας τη μισαλλοδοξία και την οργή. Πατώντας στα πτώματα της τρομοκρατίας, η Λεπέν προελαύνει προς τις προεδρικές εκλογές του 2017. Η ξενοφοβική Ακροδεξιά στην Ολλανδία και τη Βρετανία πήρε νέα ώθηση μετά το Brexit. Η ιδεολογική τους συγγένεια με τον Τραμπ επίσης δεν κρύβεται. Στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών, οι Βίλντερς και Φάρατζ αποθεώθηκαν. Οι Ρεπουμπλικανοί επέλεξαν υποψήφιο μεταξύ ενός έξαλλου θρησκόληπτου Κρουζ και ενός χυδαίου εγωπαθούς νάρκισσου Τραμπ, που ο βίος κι η πολιτεία του καταπατούν κάθε κανόνα αξιοπρέπειας που (έστω ελλιπώς ή υποκριτικά) διέπει τον δημόσιο βίο στις φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Ο Τραμπ στρέφει τη δημαγωγία του εναντίον των εύκολων και αδύναμων στόχων (πρόσφυγες, μετανάστες) αλλά δεν αγγίζει πληγές του αμερικανικού συστήματος: την ελεύθερη οπλοκατοχή, το διάτρητο δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας. Κοιτώντας τους ψηφοφόρους του Τραμπ, διαβάζεις στο βλέμμα τους εναλλακτικά την ευήθεια, τον φανατισμό και μια εκδικητική διάθεση τιμωρίας του «κατεστημένου», στο όνομα των «απέξω». Τι κι αν μαζί του συντάσσονται και οι πλέον προνομιούχοι του συστήματος (όπως ο ίδιος ο Τραμπ), που απλώς τα θέλουν όλα για τον εαυτό τους. Κοιτώντας την προέλαση των λαϊκιστών και δημαγωγών σε Ευρώπη και Αμερική, ποτέ άλλοτε η άγνοια κι η εξόφθαλμη παραποίηση της πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την κατάλυση θεμελιωδών σταθερών του δημοκρατικού μας πολιτισμού, δεν ήσαν τόσο ελκυστικές στους ψηφοφόρους. Και ποτέ άλλοτε οι ψηφοφόροι δεν έδειξαν τόσο έτοιμοι να τιμωρήσουν πολιτικές ελίτ βαρυνόμενες πιθανόν με αμαρτήματα υποκρισίας, ανεπάρκειας, διαπλοκής, προκειμένου να τις αντικαταστήσουν με κοινούς ψεύτες, τυχοδιώκτες και απατεώνες.

Ο τρίτος δρόμος απάντησης στην ανασφάλεια των ψηφοφόρων είναι η ίδια η αποποίηση της κυβερνητικής ευθύνης, η λαϊκίστικη αναπομπή των κρίσιμων αποφάσεων απευθείας στον λαό μέσω δημοψηφισμάτων.

Ετσι ο μοιραίος Κάμερον επέλυσε το εσωκομματικό του πρόβλημα παίζοντας τη χώρα του στη ρώσικη ρουλέτα. Ετσι το τυχοδιωκτικό δημοψήφισμα Τσίπρα-Βαρουφάκη, κορυφαίο παράδειγμα δραπέτευσης από την κυβερνητική ευθύνη και τις θεμελιώδεις προγραμματικές αντιφάσεις. Συνέχεια λαϊκίστικης χειραγώγησης συνιστά η πρόταση Τσίπρα για άμεση εκλογή Προέδρου από τον λαό. Εδώ η ανασφάλεια του κόσμου αντιμετωπίζεται με την πανάρχαια στρατηγική «άρτος και θεάματα» – χωρίς τον άρτο. Σωστά επισημαίνει ο Θαν. Διαμαντόπουλος («Θεσμοί: Κρίση και Ρήξη») την πολλαπλή επικινδυνότητα της απευθείας εκλογής Προέδρου, που θα διατάρασσε τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης παγιδεύοντας τη χώρα σε μια αέναη προεκλογική περίοδο.

Οι αντισυστημικοί δημαγωγοί απαντούν στην ανασφάλεια μετατρέποντάς την σε μίσος ενάντια στους «εχθρούς του λαού». Οι λαϊκιστές μεταθέτουν τις δικές τους ευθύνες στοn λαό, κολακεύοντας υποκριτικά τη σοφία του αλλά ουσιαστικά χειραγωγώντας την άγνοιά του.

http://www.kathimerini.gr/868630/opinion/epikairothta/politikh/h-ekdikhsh-twn-ape3w