Οι παροχές είναι για τους ενάρετους – Καθημερινή 23/11/2008

Των Γιωργου Παγουλατου και Πανου Τσακλογλου*
Απέναντι στη χειρότερη κρίση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμα και το συντηρητικό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καλεί τις κυβερνήσεις να ξοδέψουν. Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, αρκετές σε ΗΠΑ και Ευρώπη ετοιμάζονται να ρίξουν πολύ χρήμα στην οικονομία.

Είναι το καλύτερο που έχουν να κάνουν. Ομως, στην περίπτωση της Ελλάδας, μια αντίστοιχη επεκτατική πολιτική θα ήταν καταστροφική.

Η δυνατότητα αύξησης των δαπανών στην κρίση προϋποθέτει μια βάση δημοσιονομικής σταθερότητας. Είναι συνετό να ξοδεύεις στην ύφεση, αρκεί να έχεις εξοικονομήσει στην άνθηση. Ο Κέινς, που όλοι τον θυμούνται όταν διεκδικούν μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, υπέδειξε ελλείμματα για την ύφεση αλλά πλεονάσματα στην περίοδο της ανάπτυξης.

Η οικονομία μας υπήρξε πρωταθλητής μεγέθυνσης στην Ευρωζώνη, με μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 4% μετά το 2000. Ομως, καθ’ όλη την περίοδο ανάπτυξης, τα ελλείμματα παρέμειναν υψηλά. Το δημόσιο χρέος από 170 δισ. ευρώ στο τέλος του 2003 καλπάζει προς τα 260 δισ. στο τέλος του 2008. Αυτή είναι αύξηση 50% μέσα σε πέντε χρόνια! Μήπως αυξήθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις; Οχι – αυτές παρέμειναν περίπου σταθερές. Αυξήθηκαν όμως οι καταναλωτικές δαπάνες, που κάποτε η κυβέρνηση ονόμαζε «σπατάλες του Δημοσίου»: Οι πελατειακοί διορισμοί, η χαλαρότητα των υπουργείων, τα παραμάγαζα των ΔΕΚΟ, οι «ανίδεες διοικήσεις» των Ταμείων, η δημοσιονομική φαυλότητα των ΟΤΑ, η κακοδιαχείριση των νοσοκομείων που καταρρέουν, όλα αυτά δηλαδή που η σημερινή κυβέρνηση απέτυχε να συμμαζέψει.

Εχουμε το δεύτερο αναλογικά μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, μετά την Ιταλία. Ομως οι αγορές αποτιμούν τις δημοσιονομικές προοπτικές μας χειρότερα από εκείνες της Ιταλίας. Το επιτόκιο που αναγκάζεται να προσφέρει το Δημόσιο για να βρει αγοραστές για τα ελληνικά ομόλογα έφτασε ακόμα και 1,70% πάνω από το γερμανικό ομόλογο. Σύντομα η κυβέρνηση θα στραφεί ξανά στις αγορές αναζητώντας χρηματοδοτικούς πόρους για το 2009, που υπολογίζεται να ξεπεράσουν τα 45 δισ. ευρώ. Τότε θα φανεί ίσως το εφιαλτικό βάθος του προβλήματος.

Γιατί αξιολογούμαστε χειρότερα και από την Ιταλία; Παρότι το ιταλικό δημόσιο χρέος ως μερίδιο του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερο, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές του είναι καλύτερες. Μεταξύ άλλων η Ιταλία, μαζί με άλλες χώρες της Ε.Ε.–15, πραγματοποίησε μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση γενναιότερη από τη δική μας, αυξάνοντας τη μέση ηλικία συνταξιοδότησης και αλλάζοντας τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Οι αγορές γνωρίζουν αυτό που ο εγχώριος λαϊκισμός αποσιωπά. Από 12–13% του ΑΕΠ σήμερα, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ε.Ε.–15 θα ανέλθουν στο 15% το 2050. Στην Ελλάδα όμως αναμένεται να εκτοξευτούν στο 23% του ΑΕΠ το 2050! Τόκοι και συντάξεις καταπίνουν το μέλλον της χώρας! Διόλου παράξενο, λοιπόν, γιατί οι διεθνείς επενδυτές αποφεύγουν το ελληνικό χρέος και εγκαταλείπουν την ελληνική οικονομία.

Την ίδια ώρα η ανταγωνιστικότητα κατρακυλά, αποτυπώνοντας τη διαφορά πληθωρισμού και το χαμένο στοίχημα της βελτίωσης παραγωγικών δυνατοτήτων και ποιότητας. Η αποτυχία καταγράφεται στο τριτοκοσμικό έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών. Η χώρα υπερχρεώθηκε, πουλώντας το μελλοντικό της κεφάλαιο, για να χρηματοδοτήσει μια κατανάλωση μεγαλύτερη από την παραγωγή της.

Απέναντι στην κρίση, λοιπόν, η ενίσχυση της κατανάλωσης με παροχές θα ήταν επανάληψη του ίδιου λάθους. Απομένει μόνο η αντίδραση με μετρημένες, στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις. Αλλά και η ανάγκη το κράτος να πυκνώσει το δίχτυ ασφάλειας για τα ευάλωτα στην ύφεση φτωχότερα στρώματα. Στηρίζοντας το σύστημα υγείας και ενισχύοντας τα επιδόματα ανεργίας ως προς το ύψος και τη διάρκειά τους.

Οι κρίσεις προσφέρονται για πλειοδοσία λαϊκισμού, που εδώ ονομάζεται ακόμα προοδευτισμός. Παράδειγμα, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ να καταργηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας, χωρίς το οποίο όμως δεν νοείται Νομισματική Ενωση στην Ευρώπη. Εξω από το ασφαλές σκάφος του ευρώ, η Ελλάδα θα βυθιζόταν στη νομισματική καταιγίδα, όπως η Ουγγαρία. Αλλοι πάλι, όπως ο υφυπουργός Πέτρος Δούκας, προτείνουν «χωροταξικά κίνητρα για να μπορεί να χτίσει ο Ελληνας και στις εκτός σχεδίου περιοχές, ώστε να ανασάνει η οικοδομή». Δεν θα βγούμε από την κρίση διαιωνίζοντας τις παθογένειες, τσιμεντώνοντας ό,τι έχει απομείνει από τον φυσικό πλούτο της χώρας.

Η κρίση είναι μια οδυνηρή εμπειρία. Οταν έχεις εξουδετερώσει τα διαθέσιμα εργαλεία αντίδρασης μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ατέλειωτο εφιάλτη. Η Ιαπωνία μετά το ’90 έπεσε σε υπερδεκαετή στασιμότητα και ύφεση. Στην καθυστερημένη προσπάθειά της να αναθερμάνει την οικονομία, κατέληξε με ένα ιλιγγιώδες δημόσιο χρέος διπλάσιο του εθνικού της προϊόντος. Από μια τέτοια κινούμενη άμμο δεν βγαίνεις ούτε με δημοσιονομικά ούτε με νομισματικά μέσα…

Είναι επομένως εύλογη η άρνηση της κυβέρνησης να ενδώσει στις πιέσεις για παροχές. Είναι το τελευταίο καταφύγιο υπευθυνότητας που της απομένει ύστερα από μια μακρά διαδρομή δημοσιονομικής ανεπάρκειας και μεταρρυθμιστικής ατολμίας.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο κ. Π. Τσακλόγλου είναι καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_23/11/2008_293306