Εικόνες από το παρελθόν – Καθημερινή 18/04/2010

Των Γιωργου Παγουλατου και Μιχαλη Ψαλιδοπουλου*
Η ιστορία, βέβαια, δεν επαναλαμβάνεται. Ούτε αυτομάτως διδάσκει – αν και συχνά επιβεβαιώνει πόσο αποτυγχάνουμε να διδαχθούμε από αυτήν.

Μας θυμίζει όμως ότι οι διαδρομές του ελληνικού πελατειακού κράτους, της υπερχρέωσης, της κρίσης και της ανάκαμψης έχουν βαθύ παρελθόν.

Πίσω στον 19ο αιώνα. Οταν τα πρωτοποριακά φιλελεύθερα συντάγματα της Επανάστασης καθιέρωσαν την καθολική ανδρική ψήφο, επέφεραν μιαν ανεπιθύμητη παρενέργεια. Σε ένα λαό ολίγων προεστών και μαζικών ρακένδυτων αγροτικών στρωμάτων, προέκυψαν οι προϋποθέσεις πολιτικής εξαγοράς ψηφοφόρων. Τα εγχώρια πελατειακά δίκτυα δεν αρκούνταν σε μικρο-διευθετήσεις. Αξίωναν λόγο για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα. Πολιτικές όπως αγροτική μεταρρύθμιση, φορολογία, ασφαλιστικές παροχές, επιδοτήσεις και, βέβαια, προσλήψεις και αμοιβές στο Δημόσιο, διευθετούνταν πελατειακά. Στη σύγχρονη περίοδο, ο πελατειασμός επρόκειτο να μετεξελιχθεί σε κομματοκρατία.

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε εντυπωσιακά από το 1879 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1890. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ήταν εποχή παγκοσμιοποίησης και οικονομικής ελευθερίας για το εμπόριο και τις αγορές συναλλάγματος και κεφαλαίων. Η περίοδος τα είχε όλα: διεθνή κερδοσκοπία στο συνάλλαγμα, ολιγοπωλιακή οργάνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, αδυναμία του εθνικού κράτους απέναντι στους διεθνείς πιστωτές του, που διογκώνεται με τη διόγκωση της υπερχρέωσής του.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης εκμεταλλεύθηκε την ευρωπαϊκή συγκυρία της «εποχής του κεφαλαίου» για να προωθήσει εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις. Δημιούργησε υποδομές, κατασκεύασε σιδηροδρόμους, βελτίωσε τις συνθήκες παραγωγής. Στην ανάπτυξη βοήθησε και η ενσωμάτωση της πλούσιας θεσσαλικής γης αλλά και το νέο δασμολόγιο. Κυρίως, όμως, βοήθησε ο ξένος δανεισμός. Ο Τρικούπης άντλησε υπέρογκους δανειακούς πόρους από το εξωτερικό, δίνοντας δευτερεύουσα σημασία στους όρους και στην ορθολογική κατανομή των δανείων. Αποτέλεσμα ήταν μια παρατεταμένη οικονομική ευμάρεια χάρη στην αφθονία χρήματος και επικερδών τοποθετήσεων, στηριγμένη, ωστόσο, σε προϋποθέσεις που δεν ήταν αυτονόητο ότι θα ίσχυαν εσαεί.

Η υπερχρέωση του κράτους ήταν αποτέλεσμα πολλαπλασιασμού τόσο των διοικητικών (μισθών και συντάξεων) όσο κυρίως των στρατιωτικών δαπανών. Μεταξύ 1871 και 1892, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του εξωτερικού δημόσιου χρέους σχεδόν εξαπλασιάστηκαν. Η χώρα στροβιλιζόταν στον φαύλο κύκλο αναχρηματοδότησης του χρέους της, συνάπτοντας νέα δάνεια προκειμένου να καλύψει τα τοκοχρεολύσια των προηγουμένων. Οπως σημειώνει ο Γ. Δερτιλής, η υπερχρέωση αντανακλούσε τις πολιτικές συνθήκες της εποχής: «πλειοδοσία διορισμών και πατριωτισμού».

Οταν, με την ύφεση στην Ευρώπη και την σταφιδική κρίση, στέρεψαν οι συναλλαγματικοί πόροι για την εξόφληση των δανείων, η ανάπτυξη τελείωσε. Το 1893, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην πτώχευση, για να εισέλθει σ’ ένα φαύλο κύκλο αναζήτησης πόρων για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού. Η ραγδαία υποτίμηση της δραχμής και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα είχαν διαταράξει την εμπιστοσύνη στο νόμισμα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ενα χρόνο αργότερα, ήρθε ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (ΔΟΕ).

Ο ΔΟΕ επέβαλε αυστηρό νομισματικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα, με δύο κυρίως μέσα. Μέσω του ταμείου υπεγγύων προσόδων, ο ΔΟΕ εισέπραττε αντί του Δημοσίου φορολογικά έσοδα που εξοφλούσαν τα ξένα δάνεια, ενώ η χώρα υποχρεωνόταν να αποσύρει ετησίως 2 εκατομμύρια δραχμές από την κυκλοφορία. Η πραγματική οικονομία βρέθηκε αρχικά σε κατάσταση ύφεσης. Από το 1901 μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε, κυρίως στις ΗΠΑ. Οι ταπεινωμένοι Ελληνες οδηγούνται σε ακραία συντηρητικά και εθνικιστικά ξεσπάσματα, όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα πελατειακών κρατικών παρεμβάσεων μηδενίστηκε, ενώ, με την ετήσια απόσυρση πληθωρικού χρήματος, η δραχμή άρχισε να ανακάμπτει. Με τη βραδύτητα μιας αγροτικής οικονομίας, μέσα σε 13 χρόνια επιτεύχθηκε πλήρης δημοσιονομική εξυγίανση και ανατίμηση του νομίσματος. Η ελληνική οικονομία ήταν το 1910 τόσο ισχυρή, ώστε να ετοιμάζεται για τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο.

Παρά το οδυνηρό κόστος απώλειας εργατικού δυναμικού και τον διαφυγόντα εθνικό πλούτο, η υπαγωγή στο ΔΟΕ είχε και σημαντικά θετικά αποτελέσματα. Ανάγκασε το κράτος να εγκαταλείψει την πεπατημένη της δημοσιονομικής επέκτασης μέσω δανεισμού που ωφελούσε τους λίγους (χρηματοοικονομικούς ενδιάμεσους, προμηθευτές στρατιωτικού υλικού, μεσάζοντες, χρυσοκάνθαρους και κομματάρχες). Οπως επισημαίνει ο Γ. Δερτιλής: «Εστω κι αν ήταν ταπεινωτικός και, μακροχρονίως, εκμεταλλευτικός (…) ο διεθνής έλεγχος επέτρεψε στην ελληνική οικονομία να επωφεληθεί από τους άλλους ευνοϊκούς παράγοντες της περιόδου 1898-1914 (…). Απέκλεισε την προχειρότητα στον δημόσιο δανεισμό και τη σύνδεσή του με τους μεσολαβητές και τους κερδοσκόπους. Και ανεξαρτητοποίησε το ηττημένο και πτωχευμένο ελληνικό κράτος από τους παλαιούς δανειστές και τους λεόντειους συνεταίρους του. Η “ξενική εξάρτηση του νεοελληνικού κράτους” αποδείχθηκε, σε αυτήν την περίσταση, οικονομικότερη από την εγχώρια».

Κάποιος είχε πει: «Ιστορία δεν είναι απλώς ό, τι συνέβη. Είναι ό, τι συνέβη, στο πλαίσιο αυτών που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί». Ευκαιρίες που αξιοποιήθηκαν ή χάθηκαν, δυνατότητες που χρησιμοποιήθηκαν ή σπαταλήθηκαν. Τις μέρες τούτες, η ιστορία μας επισκέπτεται ξανά.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Μ. Ψαλιδόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/04/2010_398040