Πέντε ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μνημόνιο – Καθημερινή 28/4/2013

Τρία χρόνια μετά το Μνημόνιο, τα γνώριμα ερωτήματα επανέρχονται. Μερικές απαντήσεις.
1. Μπορούσε η Ελλάδα να αποφύγει το Μνημόνιο;

Σαφέστατα όχι, στην κατάσταση που βρισκόταν η οικονομία στα τέλη του 2009 – αρχές 2010. Κάθε χώρα που μπήκε σε Μνημόνιο μετά την Ελλάδα (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος), και με δεδομένη την οδυνηρή εμπειρία του ελληνικού Μνημονίου, είχε συνολικά καλύτερα οικονομικά μεγέθη και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να αποφύγει την προσφυγή. Η αδυναμία δανεισμού της Ελλάδας ήταν πλήρης και οι δανειακές ανάγκες τεράστιες.

2. Δεν θα ήταν καλύτερα να είχε αναδιαρθρωθεί το χρέος από το 2010;

Ακόμα καλύτερο θα ήταν να μας το είχαν χαρίσει πλήρως οι δανειστές. Ας σοβαρευτούμε. Αναδιάρθρωση χρέους το 2010 δεν μπορούσε να γίνει, διότι δεν θα ήταν συναινετική και οργανωμένη. Θα ήταν μονομερής, με συνέπειες ανεξέλεγκτα καταστροφικές, οδηγώντας μεταξύ άλλων σε έξοδο από το ευρώ. Με εξαίρεση ορισμένους κύκλους του ΔΝΤ, κανένας από τους κρίσιμους εταίρους (Γερμανία, Γαλλία, Κομισιόν, ΕΚΤ) δεν συζητούσε για αναδιάρθρωση πριν φανούν τουλάχιστον τα πρώτα αποτελέσματα ενός προγράμματος προσαρμογής. Η αντίθεσή τους ήταν δεδομένη, για προφανείς λόγους. Διότι η Ελλάδα ξεκινούσε με 24 δισ. πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα και άλλα τόσα εμπορικό έλλειμμα. (Γι’ αυτό, η εθνική διαπραγματευτική δυνατότητα ήταν πολύ χαμηλή.) Οι εταίροι θα έπρεπε να μας διαγράψουν χρέος και μετά να χρηματοδοτούν επιπλέον και τα ελλείμματα. Και να καλύψουν επίσης και το τεράστιο κόστος ανακεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών αλλά και ελληνικών τραπεζών, χωρίς ακόμη να έχει στηθεί ευρωπαϊκός μηχανισμός. Δεν υπήρχαν οι μηχανισμοί, και δεν υπήρχαν και δείγματα γραφής ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα προχωρούσε στην ταχεία μείωση των ελλειμμάτων, χωρίς ένα εξωτερικό πλαίσιο παρακολούθησης της προσαρμογής. Και μην ξεχνάμε, στα μάτια των εταίρων η Ελλάδα ήταν μια χώρα-υπότροπος, που δήλωνε 6% δημόσιο έλλειμμα και ξαφνικά προέκυψε με 15%, έχοντας «μαγειρέψει» και τα στοιχεία. Τοξικό το κλίμα αντιμετώπισης από τα εθνικά κοινοβούλια.

3. Δεν είναι λάθος όμως σε περίοδο ύφεσης να ασκείς πολιτική λιτότητας, που επιτείνει την ύφεση;

Κανονικά ναι. Εκτός εάν δεν υπάρχει κανένας πρόθυμος να σε δανείσει. Ολοι οι σοβαροί επικριτές της λιτότητας (από τον Πολ Κρούγκμαν ώς τον Μάρτιν Γουλφ), που ασκούν δριμεία κριτική στη γερμανική συνταγή γενικευμένης ταυτόχρονης λιτότητας στην Ευρωζώνη, αναγνωρίζουν ωστόσο την Ελλάδα ως ακραία εξαίρεση, στην οποία η λιτότητα ήταν αναπόφευκτη. Διότι η Ελλάδα δεν είχε μόνο δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος. Είχε κι ένα θηριώδες έλλειμμα εξωτερικού ισοζυγίου και καθαρό εξωτερικό χρέος. Αυτά απαιτούσαν δραστική μείωση της κατανάλωσης από τα πολύ ψηλά επίπεδα και συρρίκνωση των εισαγωγών, ώστε να μειωθεί το εξωτερικό έλλειμμα. Δηλαδή ύφεση.

4. Δηλαδή είχαμε δύο κρίσεις;

Ακριβώς. Η Ελλάδα το 2010 είχε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο επείγουσες κρίσεις: δημοσιονομική και εξωτερικού ισοζυγίου. Η πρώτη ήταν αναμενόμενη, αλλά η δεύτερη ήταν έξω από τις προσδοκίες της Ευρωζώνης. Κανένα θεσμικό όργανο της Ε.Ε. δεν είχε προειδοποιήσει γι’ αυτήν, καμία κυβέρνηση δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα να την αποτρέψει. Αυτό επισημαίνει και η πρόσφατη μελέτη του Bruegel («Financial Assistance in the Euro Area: An Early Evaluation»). Κανονικά, οι κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών αντιμετωπίζονται με συναλλαγματική υποτίμηση. Στην περίπτωση των χωρών του ευρώ, αυτό δεν ήταν δυνατόν. Τη δουλειά μπορούσε να κάνει μόνο η «εσωτερική υποτίμηση». Με τις γνωστές οδυνηρές επιπτώσεις. «Κρίση του ισοζυγίου πληρωμών είναι η κατάσταση στην οποία οι αγορές σταματούν να χρηματοδοτούν βιώσιμους δανειολήπτες εξαιτίας της χώρας στην οποία ανήκουν». Να η πιστωτική ασφυξία, ακόμα και υγιών ελληνικών επιχειρήσεων, που είχαν την ατυχία να βρίσκονται στη χώρα των διψήφιων ελλειμμάτων. Θεμελιώδης δυσχέρεια της «διπλής κρίσης»: η ύφεση διευκολύνει την αποκατάσταση του εξωτερικού ισοζυγίου, αλλά δυσκολεύει τον δημοσιονομικό στόχο. Καταβάλλουμε μεγάλες δημοσιονομικές θυσίες, για δυσανάλογα μικρότερο αποτέλεσμα.

5. Παρά τις μειώσεις δαπανών και τις αυξήσεις φόρων, παρά την οδυνηρή λιτότητα, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αυξάνεται. Δεν είναι αυτό απόδειξη αποτυχίας;

Πρώτον, το χρέος αυξάνεται όσο έχουμε πρωτογενές έλλειμμα, που προσθέτει νέο δημόσιο χρέος. Από φέτος μπαίνουμε σε πλεόνασμα, για πρώτη φορά μετά μια συνεχή δεκαετία πρωτογενών ελλειμμάτων. Δεύτερον, το χρέος αυξάνεται λόγω της ύφεσης (για την οποία μιλήσαμε). Τρίτον, το δημόσιο χρέος, μετά τις αποφάσεις αναδιάρθρωσης, δεν είναι πια το σημαντικότερο πρόβλημα της οικονομίας μας. Η Ελλάδα (αντίθετα από την Ιταλία ή την Ισπανία) δεν βρίσκεται υπό την εκβιαστική πίεση των αγορών. Εχει κερδίσει τον χρόνο για να κάνει τις αναγκαίες προσαρμογές. Η διαχείριση του χρέους είναι πια πολιτική, το μέγεθός του θα «κουρευτεί» με απόφαση των εταίρων εφόσον παραμείνουμε στον δρόμο της προσαρμογής. Και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι σήμερα (μετά τις πρόσφατες ρυθμίσεις) από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη, με πολυετές μορατόριουμ αποπληρωμών και επιτόκια κάτω από αυτά με τα οποία δανείζονται οι εταίροι μας για να μας δανείσουν. Αυτό απαντά και στην επαναλαμβανόμενη ανοησία της Χρυσής Αυγής περί «διεθνών τοκογλύφων».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_28/04/2013_518972