Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας – Καθημερινή 21/1/2018

Στην έξοχη ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα», ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αμφιταλαντεύεται υπό το φοβερό βάρος του διλήμματος: να προχωρήσει σε πόλεμο με τον Χίτλερ ή να επιδιώξει την ειρήνη; Τα επιχειρήματα υπέρ της δεύτερης είναι ισχυρά: ο αντίπαλος είναι στρατιωτικά κραταιός και προελαύνει στην Ευρώπη, ένας δεύτερος πόλεμος θα κατέστρεφε μία ακόμη γενιά Βρετανών, ίσως και την ίδια τη χώρα.

Ο Τσώρτσιλ παίρνει τελικά την ιστορική απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στον πόλεμο και με μια περίφημη ομιλία ενώνει πίσω του το έθνος. Η πρώτη ανάγνωση οδηγεί σε ένα επιπόλαιο συμπέρασμα: άρα το υψηλό πατριωτικό φρόνημα και μια εμπνευσμένη ηγεσία αρκούν για να οδηγήσουν στη νίκη ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες; Ομως η απόφαση του Τσώρτσιλ δεν ήταν προϊόν παρόρμησης και συναισθηματισμού, ήταν ορθολογικά θεμελιωμένη σε δύο διαπιστώσεις: Πρώτον, σε μια Ευρώπη υποταγμένη στον Χίτλερ, μια φιλελεύθερη Βρετανία θα έμενε μόνη και αδύναμη απέναντι στην κτηνωδία του ναζισμού. Και δεύτερον, οι δυσμενείς συσχετισμοί θα ανατρέπονταν μόλις οι ΗΠΑ έμπαιναν στον πόλεμο, στο πλευρό της Βρετανίας. Ο Τσώρτσιλ δικαιώθηκε. Την πιο κρίσιμη στιγμή, την πιο σκοτεινή ώρα, βρέθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν αμέσως μετά τον Πόλεμο και οι ελληνικές δυνάμεις που κράτησαν τη χώρα στο δυτικό στρατόπεδο, παρά την αντιστασιακή συμβολή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και την ελκυστικότητα του αιτήματος της λαοκρατίας. Η μετέπειτα πορεία των κομμουνιστικών καθεστώτων δικαίωσε τη θέση της Ελλάδας στη Δύση. Εντιμοι ηγέτες της Αριστεράς, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος σε μια ιστορική συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά το 2006, είχαν το θάρρος να αναγνωρίσουν: «Ευτυχώς που δεν νίκησε η επανάστασή μας».

Μετά τη Μεταπολίτευση, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν ξανά τα κόμματα εκείνα (ΚΟΔΗΣΟ, ΚΚΕ εσωτ.) που, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρ. Παπανδρέου, υποστήριξαν την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η απόφαση της ένταξης ήταν αμφιλεγόμενη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν την έθεσε καν υπό συζήτηση στη Ν.Δ. Η ΕΟΚ δεν είχε τα ταμεία και τις πολιτικές συνοχής που απέκτησε αργότερα, και η απειλή του ανταγωνισμού για τις προστατευμένες ελληνικές επιχειρήσεις ήταν υπαρκτή. Ομως ο Καραμανλής (όπως ο Τσώρτσιλ το 1940) διείδε πέρα από τους στενούς συσχετισμούς, τη δυναμική μεγάλη εικόνα. Διέβλεψε τη δυνατότητα συνολικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας υπό τη δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη μετεξέλιξη της ίδιας της Ε.Ε. με τη συμμετοχή των χωρών του Νότου. Η διορατικότητά του δικαιώθηκε.

Τις πρόσφατες δεκαετίες η χώρα βρέθηκε συχνά σε κρίσιμες καμπές, ακόμα κι αν αυτές δεν είχαν το ιστορικό βάρος του διλήμματος του Τσώρτσιλ. Οι δύσκολες αποφάσεις δεν ήταν μόνον εκείνες των οποίων οι συνέπειες δεν μπορούσαν να σταθμιστούν με σαφήνεια. Ηταν κυρίως εκείνες που συνιστούσαν έναν επώδυνο συμβιβασμό, αναγκαίο όμως για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Αποφάσεις, με άλλα λόγια, υψηλού πολιτικού κόστους για τους ηγέτες που τις λάμβαναν, αλλά επιβεβλημένες για το συμφέρον της χώρας.

Σε αρκετές τέτοιες συγκυρίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις, έστω ελλιπώς και με καθυστέρηση, έκαναν το σωστό. Τα προγράμματα σταθεροποίησης της οικονομίας (το 1985-87, το ’90) ήταν αντιδημοφιλή, αλλά απαραίτητα για να αποφευχθεί ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Τα μνημόνια μετά το 2010, όπως πλέον διακομματικά γνωρίζουμε, ήταν εξαιρετικά οδυνηρά όμως αναγκαία προκειμένου να γλιτώσει η χώρα την άτακτη χρεοκοπία και πλήρη κατάρρευση. Οι κυβερνήσεις που τα υπέγραψαν λοιδορήθηκαν και μισήθηκαν από την πλειονότητα ίσως της κοινής γνώμης. Βρέθηκαν όμως, για την απόφασή τους αυτή, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Συχνά οι ηγεσίες, υπό το φάσμα του πολιτικού κόστους, απέφυγαν τις αντιδημοφιλείς αποφάσεις, γνωρίζοντας (με τον κυνισμό του πολιτικού επαγγέλματος) ότι οι ψηφοφόροι τείνουν να τιμωρούν τη δράση παρά την αδράνεια. Κάπως έτσι πολιτικοί και κοινωνία ενώθηκαν ενάντια στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, απορρίπτοντας τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001. Κάπως έτσι, αναβάλλοντας για μεθαύριο τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαμε κάνει χθες, βρεθήκαμε υπνοβατώντας στο κραχ του 2010.

Το «Μακεδονικό» συνιστά μια εμβληματική περίπτωση επιτήδειου λαϊκιστικού ακτιβισμού και κυβερνητικής αδράνειας. Επί ένα τέταρτο του αιώνα, πατριδοκαπηλία και μαξιμαλισμός έχτισαν πολιτικές (και εκκλησιαστικές) καριέρες, και στις δύο χώρες. Η εγχώρια συμβατική σοφία υπαγόρευε: «Ασ’ το για τον επόμενο».

Αρνούμενη η Ελλάδα τον ρεαλιστικό συμβιβασμό μιας μεικτής ονομασίας για τη γείτονα χώρα (αυτό που αποτυπώθηκε ορθά ως «εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου»), άνοιξε έδαφος στους εθνικιστές της ΠΓΔΜ. Δημιούργησε τις συνθήκες υπό τις οποίες όλος ο υπόλοιπος κόσμος γνωρίζει τη γειτονική χώρα με τη χειρότερη για εμάς ονομασία, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Σήμερα, για πρώτη φορά, οι συνθήκες είναι οι ευνοϊκότερες δυνατές για έναν έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα τον εμποδίσουν, θα δώσουν λογαριασμό στην Ιστορία.

http://www.kathimerini.gr/944301/opinion/epikairothta/politikh/sth-swsth-pleyra-ths-istorias