Στις παραλίες του Αυγούστου – Καθημερινή 08/08/2010

Στις παραλίες συναντάς τους ανθρώπους που απαρτίζουν τη σημερινή ελληνική κοινωνία. Ο Αύγουστος όλα τα μπερδεύει, όλα τα συναιρεί.

Από’δω μια νεαρή οικογένεια. Οι γονείς διαβάζουν το βιβλίο τους, τα παιδιά παίζουν ήσυχα στην άμμο, αραιά και πού δέχονται μια χαμηλόφωνη γονική παραίνεση που τα επαναφέρει. Καμιά αρνητική εξέλιξη δεν μπόρεσε ώς τώρα να επισκιάσει δύο θετικές τάσεις: όλο και περισσότεροι Ελληνες διαβάζουν, όλο και περισσότερα ζευγάρια μοιράζονται ισότιμα τα οικογενειακά βάρη.

Από ’κει η χαρούμενη παρέα των συμφοιτητών, χαλαρώνουν, αστειεύονται, σαχλαμαρίζουν. Σε μια βδομάδα οι διακοπές τελειώνουν, οι εξετάσεις αρχίζουν, μετά δεν ξέρουν τι τους περιμένει, αλλά είναι προνόμιο της ηλικίας τους να μη χρειάζεται να το σκέφτονται. Ανάμεσά τους ένα ερωτευμένο ζευγαράκι: αιώνιο είδος, ζει την απόλυτη ευτυχία της αυτάρκειας.

Δίπλα, βουτηγμένος στις σκέψεις, σε υποχρεωτικές διακοπές απροσδιόριστης διάρκειας, ο άνεργος. Υπολογίζει το κάθε ευρώ από τις φθίνουσες αποταμιεύσεις του, προσπαθεί να ξεκολλήσει το μυαλό από την αγωνία για το αύριο, που του ρουφάει τις μέρες και τον κρατάει άγρυπνο τις νύχτες.

Στο βάθος, ο εργαζόμενος στο ξενοδοχείο, μάλλον Αλβανός, άσπρος σαν μωρό, ξέκλεψε μισή ώρα πριν επιστρέψει ξανά στις υπερωρίες. Οι ξένοι είναι από τους σκληρότερα εργαζόμενους στην Ελλάδα και δεν είναι οι μόνοι. Στο πρόσωπό τους βλέπεις την ελληνική μετανάστευση του ’60 – ίσως και την αυριανή υψηλών προσόντων νέα ελληνική μετανάστευση του ’10…

Παραπέρα, μια παρέα 60άρηδων συνταξιούχων, μαυρισμένοι τέσσερις μήνες τον χρόνο – οι παραλίες είναι γεμάτες από αυτούς. Οι ανησυχίες τους είναι έξω από τούτο τον κόσμο: το πρόσφατο διαζύγιο της τηλεπερσόνας, το τελευταίο τοπικό κουτσομπολιό, ποια είναι η καλύτερη ταβέρνα, με ποιους θα παίξουν χαρτιά το βράδυ.

Πιο κάτω, δύο τυχερά παιδιά: τέλειωσαν ελληνικό Πανεπιστήμιο, έκαναν καλά μεταπτυχιακά και προσελήφθησαν στο εξωτερικό. Εχουν ελάχιστες μέρες διακοπών πριν ξεκινήσουν, αλλά ξεχειλίζουν ήδη από θετική ενέργεια. Μαζί τους ο οικογενειακός φίλος, λιγότερο τυχερός – οι γονείς του χρησιμοποιούν ό, τι διασυνδέσεις διαθέτουν προσπαθώντας να του βρουν δουλειά.

Να κι ο ξιπασμένος Ελληνάρας, που συνοψίζει ό, τι πήγε στραβά σ’ αυτόν τον τόπο τα τελευταία 20 χρόνια. Πριν από λίγο, με τη σκυλοπόπ στη διαπασών, πάρκαρε το τζιπ του παράνομα κλείνοντας το πεζοδρόμιο. Θεωρεί ότι θα γλιτώσει το πρόστιμο γιατί έχει ισχυρές διασυνδέσεις. Καταφθάνει θορυβώντας, χρυσή καδένα, σινιέ σαγιονάρες και ρούχα με τεράστιες στάμπες. Ενοχλεί και φωνάζει, απλώνεται λες και η παραλία τού ανήκει, χειρονομεί και πετάει τη γόπα του στην άμμο. Παρασιτικό είδος, που η θρασύτητά του συναγωνίζεται την αμορφωσιά του.

Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές προτάσεις ζωής, σε μια κοινωνία που κρέμεται στο μεταίχμιο. Προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα; Ποιες ζυμώσεις συντελούνται, ποιες νέες ισορροπίες θα αναδειχθούν τους επόμενους μήνες, τα επόμενα χρόνια;

Τις προηγούμενες δεκαετίες, η Ελλάδα έζησε βαθιές μεταβολές κι όλες σχεδόν οδηγήθηκαν στα άκρα. Η εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού το ’74 κατέληξε στην κομματοκρατία, που λεηλάτησε το κράτος, παραδίδοντάς το αναίσθητο και ημιθανές. Η υπέρμετρη πολιτικοποίηση και ο αναγκαίος εκδημοκρατισμός του ’70 – ’80 μάς κληροδότησαν μια εκπαίδευση όμηρο των παρατάξεων, πανεπιστήμια μπλοκαρισμένα, ένα δημόσιο τομέα δέσμιο των συντεχνιών.

Η μεταπολίτευση ανέδειξε μια κουλτούρα καφενειακής αρλούμπας προοδευτικού τύπου, μια γενιά που έχτισε καριέρες στην ήσσονα προσπάθεια, τα πενιχρά προσόντα, την υπερχειλίζουσα καπατσοσύνη και τα επιδέξια κολλητιλίκια. Πολλοί από τους αποφοίτους του μεταπολιτευτικού αριστερισμού, αποενοχοποιημένοι πια και με τον πολλαπλάσιο κυνισμό του διαψευσμένου ιδεολόγου, διακρίθηκαν μετέπειτα στη λεηλασία του κράτους.

Στα τέλη του ’80 και μέσα στο ’90, ένα νέο ρεύμα, απηυδισμένο με την πολιτική, εισήγαγε ένα ρηχό ηδονιστικό ατομισμό. Παρεξηγήθηκε για φιλελεύθερη στροφή, αλλά ήταν απλώς γκλάμορους φιλοτομαρισμός. Το αυθόρμητο δικαίωμα στην περιστασιακή ανεμελιά, στην απόλαυση, στη χαλαρότητα, έγινε καταναγκαστική ιδεολογία, ένα ατέλειωτο υποχρεωτικό πάρτι. «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή». Η ευκολία κτήσης μετατράπηκε σε status symbol, σε κριτήριο ατομικής καταξίωσης.

Το άνοιγμα στην Ευρώπη και η διεθνοποίηση των δύο τελευταίων δεκαετιών αναζωογόνησαν την ελληνική κοινωνία. Εφεραν όμως και την κουλτούρα του ανόητου lifestyle και του χυδαίου καταναλωτισμού. Μια ιδεολογία της ευκολίας και της παράκαμψης: εύκολο χρήμα, εύκολη καταξίωση, εύκολο διορισμό στο Δημόσιο με μέσο. Η ευλογία του φθηνού χρήματος με το ευρώ, αντί να εκτοξεύσει την οικονομία σε νέες δυνατότητες, γύρισε τελικά εναντίον μας, καθώς συνάντησε την ηγεμονία του νεοπλουτισμού και τη φαυλότητα των πολιτικών μας. Φουσκώσαμε τις πιστωτικές κάρτες και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, μέχρι που η κρίση έσκασε στα μούτρα μας.

Θα δούμε τι θα μείνει από τις παραλίες του Αυγούστου όταν τις ξεπλύνουν τα κύματα του φθινοπώρου.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_08/08/2010_410622